|
Στο πετρέλαιο, η Κίνα
διαθέτει μακράν το
μεγαλύτερο απόθεμα
ασφαλείας. Εκτιμήσεις
αναλυτών ανεβάζουν τα
στρατηγικά της αποθέματα
μεταξύ 900 εκατ. και 1,3
δισ. βαρελιών, ποσότητα
που αντιστοιχεί περίπου
σε 120 ημέρες κάλυψης.
Για λόγους σύγκρισης, τα
συνολικά και υποχρεωτικά
αποθέματα των 32
κρατών-μελών του
Διεθνούς Οργανισμού
Ενέργειας φτάνουν
συνολικά τα 1,8 δισ.
βαρέλια.
Η εικόνα είναι πολύ πιο
πιεστική σε άλλες χώρες
της Ασίας. Η Αυστραλία
διαθέτει αποθέματα που
επαρκούν για περίπου 30
ημέρες εισαγωγών, ενώ η
Ινδία και αρκετές χώρες
της Νότιας Ασίας
καλύπτουν μόλις 20 έως
25 ημέρες. Αντίθετα, η
Ιαπωνία και η Νότια
Κορέα εμφανίζουν
υψηλότερο επίπεδο
προστασίας, καθώς τα
κρατικά και ιδιωτικά
τους αποθέματα επαρκούν
για τουλάχιστον 200
ημέρες εισαγωγών. Παρ’
όλα αυτά, παραμένουν
περισσότερο εκτεθειμένες
από την Κίνα στις
εξελίξεις στα Στενά του
Ορμούζ.
Στην αγορά του
LNG
η κατάσταση είναι ακόμη
πιο εύθραυστη, καθώς τα
παγκόσμια αποθέματα
είναι σημαντικά
μικρότερα. Στην Ιαπωνία,
για παράδειγμα, επαρκούν
μόλις για περίπου τρεις
εβδομάδες κατανάλωσης,
ειδικά μετά τη διακοπή
λειτουργίας της
μεγαλύτερης μονάδας
εξαγωγής LNG
στον κόσμο, στο Κατάρ.
Στην Ινδία, όπου πολλά
νοικοκυριά και μικρές
επιχειρήσεις εξαρτώνται
από το υγραέριο, η
εκτίναξη των τιμών στις
φιάλες έχει οδηγήσει σε
αναταραχή, μαύρη αγορά
και κύμα αγορών πανικού
για τρόφιμα και συσκευές
που δεν απαιτούν χρήση
υγραερίου.
Το Reuters
επισημαίνει ότι οι
συνεχόμενοι κλυδωνισμοί
των τελευταίων ετών —
από την πανδημία έως τη
ρωσική εισβολή στην
Ουκρανία — είχαν ήδη
ενισχύσει τις επιδιώξεις
για μεγαλύτερη
ενεργειακή αυτάρκεια.
Ωστόσο, τα υψηλά
επιτόκια επιβάρυναν τη
χρηματοδότηση επενδύσεων
στις ανανεώσιμες πηγές
ενέργειας, ενώ λίγοι
είχαν προεξοφλήσει μια
νέα σοβαρή γεωπολιτική
διαταραχή αυτού του
εύρους.
Η σχετική ανθεκτικότητα
της Κίνας οφείλεται όχι
μόνο στο μέγεθος των
αποθεμάτων της, αλλά και
στη διαφοροποίηση των
πηγών προμήθειας. Η χώρα
διαθέτει χερσαίους
αγωγούς από τη Ρωσία και
το Καζακστάν, ενώ έχει
διευρύνει και τις
εναλλακτικές της
επιλογές στην παγκόσμια
αγορά.
Αυτή η στρατηγική,
βέβαια, έχει κόστος ως
προς την οικονομική
αποδοτικότητα. Μέχρι τα
αμερικανικά πλήγματα στο
Ιράν, αρκετοί αναλυτές
αναρωτιούνταν γιατί το
Πεκίνο συνέχιζε να
αγοράζει πετρέλαιο που
δεν είχε άμεση ανάγκη. Η
απάντηση φαίνεται να
συνδέεται τόσο με τις
χαμηλότερες τιμές που
επικράτησαν μετά την
πανδημία όσο και με τις
σημαντικές εκπτώσεις που
προσέφεραν χώρες υπό
κυρώσεις, όπως η Ρωσία,
το Ιράν και η
Βενεζουέλα.
Παράλληλα, η Κίνα
επιτάχυνε τη συσσώρευση
αποθεμάτων μετά την
επιστροφή του
Donald
Trump
στην αμερικανική
προεδρία, πιθανότατα
προεξοφλώντας ένα πιο
ασταθές γεωπολιτικό
περιβάλλον. Μια ακόμη
ερμηνεία είναι ότι το
Πεκίνο προετοιμάζεται
για το ενδεχόμενο μιας
σύγκρουσης που θα
μπορούσε να συνοδευτεί
από αμερικανικό
αποκλεισμό στα Στενά της
Μαλάκκας, απ’ όπου
διέρχεται το μεγαλύτερο
μέρος των κινεζικών
εισαγωγών πετρελαίου.
Με άλλα λόγια, τα
κινεζικά αποθέματα
αντανακλούν τόσο τον
φόβο μιας μελλοντικής
σύγκρουσης όσο και την
ευκαιρία αξιοποίησης
φθηνότερου πετρελαίου
από χώρες που τελούν υπό
κυρώσεις. Πρόκειται,
όμως, για ένα
πλεονέκτημα που δεν
είναι διαθέσιμο στις
περισσότερες οικονομίες.
Στο φυσικό αέριο, η
ανάπτυξη μεγάλων
στρατηγικών αποθεμάτων
είναι πολύ πιο δύσκολη
υπόθεση. Απαιτούνται
εξειδικευμένες
εγκαταστάσεις, το
καύσιμο εξατμίζεται
σταδιακά και η
αποθήκευσή του υπό πίεση
ενέχει σημαντικούς
κινδύνους.
Σε κάθε περίπτωση, ο
πόλεμος στη Μέση Ανατολή
αναμένεται να
αναδιαμορφώσει σε βάθος
τις ενεργειακές αγορές.
Όλο και περισσότερες
χώρες θα επιχειρήσουν να
ενισχύσουν την
ενεργειακή τους
ασφάλεια, δίνοντας
προτεραιότητα στην
ανθεκτικότητα και
αυξάνοντας τα διαθέσιμα
αποθέματά τους. Για τις
φτωχότερες οικονομίες,
αυτό συνεπάγεται
δύσκολες αποφάσεις
ανάμεσα στη διατήρηση
συναλλαγματικών
διαθεσίμων και στη
δημιουργία ενεργειακών
αποθεμάτων, ενώ δεν
αποκλείεται να ενισχυθεί
και η επιστροφή στον
άνθρακα.
Το τελικό αποτέλεσμα,
σύμφωνα με αυτή τη
λογική, είναι ότι οι
πιέσεις στις τιμές του
πετρελαίου δύσκολα θα
αποκλιμακωθούν γρήγορα.
Η προσφορά που χάνεται
εξαιτίας του πολέμου δεν
αναπληρώνεται άμεσα, ενώ
τα κράτη-μέλη του
IEA
αναμένεται να
ανταγωνίζονται για την
αναπλήρωση των
στρατηγικών τους
αποθεμάτων. Τα αποθέματα
μπορεί να λειτουργούν
κυρίως ως ασπίδα έναντι
προσωρινών σοκ, όμως
παραμένουν πολύ
προτιμότερη λύση από το
να βρεθούν οι οικονομίες
πλήρως εκτεθειμένες σε
μια νέα ενεργειακή
κρίση.
|