|
Ο
ενεργειακός πληθωρισμός
λειτουργεί επιβαρυντικά
σε δύο επίπεδα,
αυξάνοντας αφενός τα
λειτουργικά έξοδα και
αφετέρου περιορίζοντας
τη δαπάνη των ταξιδιωτών
λόγω ακριβότερων
μετακινήσεων. Έτσι,
διαμορφώνεται ένα
περιβάλλον όπου το
κόστος αυξάνεται ενώ τα
έσοδα δεν μπορούν να
ακολουθήσουν με τον ίδιο
ρυθμό.
Καθοριστική είναι και η
επίδραση του φορολογικού
πλαισίου, όπως
αναδεικνύει μελέτη του
ΙΝΣΕΤΕ. Αν και η Ελλάδα
έχει βελτιώσει τη
συνολική φορολογική
ανταγωνιστικότητα, στον
τουρισμό κατατάσσεται
χαμηλότερα σε σχέση με
βασικούς ανταγωνιστές,
εξαιτίας του υψηλού ΦΠΑ
διαμονής, του αυξημένου
μη μισθολογικού κόστους
και του τέλους
ανθεκτικότητας.
Το
φορολογικό βάρος
διαβρώνει ταχύτατα την
κερδοφορία των
καταλυμάτων, καθώς τα
κέρδη προ φόρων, τόκων
και αποσβέσεων
αντιστοιχούν μόλις στο
56,9% των συνολικών
επιβαρύνσεων από φόρους
και εισφορές. Σε
ανταγωνιστικές αγορές,
όπως η Κύπρος και η
Πορτογαλία, τα
αντίστοιχα ποσοστά είναι
σημαντικά υψηλότερα,
γεγονός που αναδεικνύει
το συγκριτικό
μειονέκτημα της Ελλάδας.
Ενδεικτικά, σε ένα
ξενοδοχείο τεσσάρων
αστέρων με μέση τιμή
δωματίου 150 ευρώ, οι
φόροι και οι εισφορές
φθάνουν σχεδόν το 30%
της τελικής τιμής,
έναντι περίπου 16% στην
Κύπρο, αυξάνοντας
αισθητά το λειτουργικό
νεκρό σημείο.
Στις πιέσεις αυτές
προστίθενται και οι
ελλείψεις προσωπικού,
που οδηγούν σε αύξηση
του μισθολογικού κόστους
και επιβαρύνουν
περαιτέρω τα οικονομικά
των επιχειρήσεων. Το
βασικό ζητούμενο για τον
κλάδο παραμένει κατά
πόσο η ισχυρή ζήτηση
μπορεί να μετατραπεί σε
βιώσιμη κερδοφορία, σε
ένα περιβάλλον όπου τα
κόστη αυξάνονται και τα
περιθώρια συνεχώς
συρρικνώνονται.
|