|
Ωστόσο, η αγορά δεν
πείστηκε. Παρά την
απόφαση του
Treasury
να διπλασιάσει τη
στήριξη ρευστότητας στο
μακρύ άκρο της καμπύλης,
οι επενδυτές συνέχισαν
να μειώνουν τις θέσεις
τους σε κρατικά ομόλογα.
Το μήνυμα των αγορών
είναι ότι οι επαναγορές
αντιμετωπίζονται
περισσότερο ως τεχνικό
«φρένο» παρά ως λύση στα
θεμελιώδη προβλήματα που
οδηγούν τις αποδόσεις
υψηλότερα.
Γιατί οι επενδυτές
αγνόησαν την παρέμβαση
του Treasury
Η αρχική αντίδραση στις
ανακοινώσεις της
αμερικανικής κυβέρνησης
ήταν θετική, καθώς οι
short
sellers
κάλυψαν μέρος των θέσεών
τους και οι αποδόσεις
υποχώρησαν προσωρινά.
Η ανακούφιση, όμως,
κράτησε ελάχιστα.
Ο βασικός λόγος είναι
ότι οι επαναγορές του
Treasury
αλλάζουν κυρίως τη
λειτουργία και τη
σύνθεση της αγοράς,
χωρίς να αντιμετωπίζουν
το πρόβλημα της
συνολικής προσφοράς
χρέους.
Σε αντίθεση με τη
Federal
Reserve,
το Treasury
δεν μπορεί να
δημιουργήσει νέο χρήμα
για να χρηματοδοτήσει
τις αγορές ομολόγων. Οι
επαναγορές παλαιότερων
τίτλων εκτός των βασικών
εκδόσεων πρέπει να
χρηματοδοτηθούν από
αλλού, πιθανότατα μέσω
αυξημένων εκδόσεων
βραχυπρόθεσμων εντόκων
γραμματίων.
Έτσι, το πρόγραμμα
μπορεί να μεταβάλλει τη
διάρκεια του
αμερικανικού χρέους,
αλλά δεν μειώνει το
συνολικό βάρος που
πρέπει να απορροφήσει η
αγορά.
Αυτό ακριβώς αποτελεί
την αδυναμία της
συγκεκριμένης
παρέμβασης: η κυβέρνηση
μπορεί να βελτιώσει
προσωρινά τη ρευστότητα
σε συγκεκριμένα σημεία
της καμπύλης, αλλά δεν
μπορεί να εξαφανίσει
ούτε τις τεράστιες
ανάγκες δανεισμού ούτε
τις πληθωριστικές
πιέσεις.
Παρέμβαση με ημερομηνία
λήξης
Ένα ακόμη στοιχείο που
περιορίζει την
αποτελεσματικότητα του
προγράμματος είναι η
προσωρινή του διάρκεια.
Οι επαναγορές έχουν
προγραμματιστεί να
πραγματοποιούνται από
τις 9
Σεπτεμβρίου έως τις 4
Νοεμβρίου,
γεγονός που οδηγεί τους
επενδυτές να τις
αντιμετωπίζουν
περισσότερο ως ένα
τακτικό «μαξιλάρι» παρά
ως μόνιμη αλλαγή στη
λειτουργία της αγοράς.
Οι διαχειριστές ομολόγων
εξακολουθούν να
εστιάζουν στην αδιάκοπη
ροή νέων κρατικών
εκδόσεων, στον
ανταγωνισμό για κεφάλαια
που δημιουργεί ο
τεράστιος δανεισμός των
τεχνολογικών κολοσσών
για επενδύσεις στην
τεχνητή νοημοσύνη και
στο γεγονός ότι το
αμερικανικό δημόσιο
χρέος έχει πλέον
ξεπεράσει τα 40
τρισ. δολάρια.
Η UBS
προειδοποιεί ότι οι
κυβερνητικές παρεμβάσεις
στις αγορές ομολόγων
έχουν ιστορικά
περιορισμένη δυνατότητα
να συγκρατήσουν μόνιμα
το κόστος δανεισμού όταν
οι δημοσιονομικές,
πληθωριστικές και
προσφορολογικές πιέσεις
παραμένουν ισχυρές.
Οι επαναγορές μπορούν να
περιορίσουν τη
μεταβλητότητα και να
αποτρέψουν προσωρινά
επιθετικές τοποθετήσεις
υπέρ μιας περαιτέρω
απότομης κλίσης της
καμπύλης, αλλά δεν
εξαλείφουν τους
παράγοντες που αυξάνουν
το term
premium.
Η «τέλεια καταιγίδα» στο
μακρύ άκρο
Η άνοδος των
μακροπρόθεσμων αποδόσεων
αποτελεί αποτέλεσμα ενός
συνδυασμού παραγόντων.
Από τη μία πλευρά, οι
επενδυτές
επανατιμολογούν την
πορεία των επιτοκίων των
κεντρικών τραπεζών. Από
την άλλη, οι
τεχνολογικοί κολοσσοί
αυξάνουν δραματικά τον
δανεισμό τους για να
χρηματοδοτήσουν τις
επενδύσεις σε
data
centers,
υπολογιστική ισχύ και
υποδομές τεχνητής
νοημοσύνης.
Παράλληλα, οι
αλλεπάλληλες διαταραχές
στην πλευρά της
προσφοράς ενισχύουν την
αντίληψη ότι ο
πληθωρισμός μπορεί να
παραμείνει για
μεγαλύτερο διάστημα σε
υψηλότερα επίπεδα από
ό,τι προέβλεπαν οι
αγορές.
Το αποτέλεσμα είναι η
διατήρηση ενός
υψηλότερου term
premium
και,
συνεπώς, μεγαλύτερων
αποδόσεων στο μακρύ άκρο
της καμπύλης.
Ευρώπη: δεύτερη
συνεχόμενη εβδομάδα
ανόδου των αποδόσεων
Η πίεση δεν περιορίστηκε
στις ΗΠΑ. Οι ευρωπαϊκές
αγορές ομολόγων βρέθηκαν
στην πρώτη γραμμή του
sell-off,
καθώς ο επίμονος
πληθωρισμός και η
αυξημένη προσφορά
κρατικού χρέους
επιβάρυναν το επενδυτικό
κλίμα.
Η απόδοση του
10ετούς γερμανικού
Bund
ενισχύθηκε στο
3,254%,
καταγράφοντας δεύτερη
συνεχόμενη εβδομάδα
ανόδου και παραμένοντας
κοντά στο υψηλότερο
επίπεδο από τον Μάιο του
2011.
Παράλληλα, η απόδοση του
2ετούς
γερμανικού
Schatz
αυξήθηκε στο
2,841%, επίσης
για δεύτερη διαδοχική
εβδομάδα, καθώς οι
αγορές προεξοφλούν
υψηλότερη πιθανότητα
αύξησης των επιτοκίων
της ΕΚΤ τον Σεπτέμβριο.
Στη Γαλλία, η απόδοση
του 10ετούς
OAT
κινήθηκε κοντά στο
4,10%,
μετά από ένα ιδιαίτερα
βαρύ πρόγραμμα
επανεκδόσεων κρατικού
χρέους σε έξι
διαφορετικές διάρκειες.
Η εικόνα αυτή παραπέμπει
σε bear-flattening
της ευρωπαϊκής καμπύλης,
καθώς οι επενδυτές
προετοιμάζονται για
διατήρηση του
πληθωρισμού της
Ευρωζώνης πάνω από τον
στόχο του 2% της ΕΚΤ,
ενώ οι εντάσεις γύρω από
τη μεταφορά ενεργειακών
προϊόντων μέσω του
Περσικού Κόλπου
ενισχύουν τους
κινδύνους.
Τα αμερικανικά
Treasuries
επιστρέφουν στα υψηλά
Στις ΗΠΑ, τα
Treasuries
ουσιαστικά ακύρωσαν όλα
τα βραχυπρόθεσμα κέρδη
που είχαν καταγράψει
μετά την αρχική
ανακοίνωση των
επαναγορών από το
Treasury.
Η απόδοση του
10ετούς
Treasury
διαμορφώθηκε στο
4,696%, κοντά
στα υψηλά πολλών μηνών,
ενώ η απόδοση του
2ετούς
παρέμεινε στο
4,185%,
αντανακλώντας την
προσδοκία ότι η
Fed
θα διατηρήσει ένα
σχετικά υψηλό επίπεδο
επιτοκίων.
Ακόμη μεγαλύτερη
ανησυχία προκαλεί το
μακρύ άκρο. Η απόδοση
του 30ετούς
Treasury
αυξήθηκε στο
5,247%,
πλησιάζοντας ξανά το
υψηλό 19 ετών του
5,337%
που είχε καταγραφεί
νωρίτερα μέσα στην
εβδομάδα.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει
ότι οι επενδυτές
εξακολουθούν να απαιτούν
σημαντικό premium
για να διακρατήσουν
μακροπρόθεσμο
αμερικανικό χρέος.
Πετρέλαιο και Ορμούζ
προσθέτουν νέο
πληθωριστικό κίνδυνο
Στην εξίσωση προστίθεται
και η ενεργειακή αγορά.
Το Brent
παραμένει κοντά στα
93 δολάρια το
βαρέλι, μετά
τις απειλές του
Αμερικανού προέδρου
Donald
Trump
για ιδιαίτερα σκληρές
οικονομικές κυρώσεις
κατά του Ιράν.
Την ίδια στιγμή, η
εμπορική ναυσιπλοΐα μέσω
των Στενών του Ορμούζ
παραμένει σοβαρά
περιορισμένη. Η
διαταραχή στις
ενεργειακές ροές αυξάνει
τον κίνδυνο νέας ανόδου
του κόστους ενέργειας,
ενισχύοντας τις
πληθωριστικές
προσδοκίες.
Αυτό είναι ιδιαίτερα
αρνητικό για τα ομόλογα,
καθώς δημιουργεί ένα
σενάριο όπου οι
κεντρικές τράπεζες
δυσκολεύονται να
χαλαρώσουν τη
νομισματική πολιτική,
την ώρα που οι
κυβερνήσεις και οι
επιχειρήσεις συνεχίζουν
να χρειάζονται τεράστιες
ποσότητες κεφαλαίων.
Το μεγάλο στοίχημα των
αγορών
Η αγορά ομολόγων
βρίσκεται πλέον
αντιμέτωπη με ένα
κρίσιμο τεστ.
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί
να αποτρέψει μια
ανεξέλεγκτη άνοδο των
αποδόσεων, όμως οι
επενδυτές δείχνουν να
θεωρούν ότι το πρόβλημα
είναι βαθύτερο από μια
προσωρινή έλλειψη
ρευστότητας.
Το πραγματικό ερώτημα
είναι εάν οι επαναγορές
του Treasury
μπορούν να «αγοράσουν
χρόνο» μέχρι να
υποχωρήσουν οι
δημοσιονομικές και
πληθωριστικές πιέσεις ή
εάν η αγορά θα συνεχίσει
να απαιτεί ολοένα
υψηλότερη αποζημίωση για
να απορροφήσει την
τεράστια προσφορά
χρέους.
Με το 30ετές
Treasury
πάνω από το 5,2%,
το 10ετές κοντά
στο 4,7% και το
Brent
πάνω από τα 90 δολάρια,
οι αγορές εισέρχονται σε
μια περίοδο όπου η
πορεία των ομολόγων
μπορεί να αποτελέσει τον
σημαντικότερο παράγοντα
για την κατεύθυνση όχι
μόνο των μετοχών, αλλά
συνολικά των παγκόσμιων
χρηματοπιστωτικών
αγορών.
|