|
Άρα το ερώτημα δεν είναι
απλώς ποιο ETF
αποδίδει περισσότερο.
Το πραγματικό ερώτημα
είναι τι ακριβώς θέλει
να πετύχει ο επενδυτής.
Το χάσμα στο κόστος
είναι τεράστιο
Η μεγαλύτερη δομική
διαφορά μεταξύ παθητικών
και ενεργών ETFs
βρίσκεται στο κόστος.
Το VOO
χρεώνει μόλις
0,03% ετησίως.
Αντίθετα, το ARKK
χρεώνει 0,75%,
δηλαδή περίπου
25 φορές περισσότερο.
Αυτό σημαίνει ότι ένα
ενεργό fund
πρέπει πρώτα να
ξεπεράσει αυτό το
επιπλέον κόστος και στη
συνέχεια να δημιουργήσει
πραγματικό alpha
για να προσφέρει
υψηλότερη καθαρή απόδοση
στον επενδυτή.
|
Δείκτης
|
VOO
|
SPY
|
ARKK
|
JEPI
|
|
Τύπος
|
Παθητικό
|
Παθητικό
|
Ενεργό
|
Ενεργό
|
|
Expense ratio
|
0,03%
|
0,09%
|
0,75%
|
0,35%
|
|
Απόδοση 1 έτους
|
+21,45%
|
+21,46%
|
+7,61%
|
+2,90%
|
|
Απόδοση από αρχή
έτους
|
+12,81%
|
+12,87%
|
+2,96%
|
+0,53%
|
|
Beta
|
1,00
|
1,00
|
1,47
|
0,18
|
|
Sharpe ratio
|
1,13
|
1,12
|
-0,19
|
0,80
|
|
Μερισματική
απόδοση
|
1,04%
|
0,98%
|
0,06%
|
7,95%
|
|
Turnover
|
2%
|
1%
|
20%
|
93%
|
|
Morningstar
rating
|
4 αστέρια
|
4 αστέρια
|
1 αστέρι
|
2 αστέρια
|
Στοιχεία 10 Αυγούστου
2026.
Γιατί τα παθητικά
ETFs
έχουν τόσο μεγάλο
πλεονέκτημα
Το βασικό πλεονέκτημα
είναι η απλότητα
και το χαμηλό κόστος.
Το VOO
και το SPY
ακολουθούν τον S&P
500 με εξαιρετικά υψηλή
πιστότητα, με ελάχιστο
turnover
και Sharpe
ratios
άνω του 1,10.
Δεν χρειάζεται ο
επενδυτής να προβλέψει
ποια μετοχή θα ξεπεράσει
την αγορά.
Αγοράζει ουσιαστικά
την ίδια την
αγορά.
Και αυτό έχει τεράστια
σημασία σε βάθος χρόνου.
Ένα ενεργό fund
πρέπει να πετύχει
απόδοση υψηλότερη από
τον δείκτη κατά
τουλάχιστον όσο είναι η
διαφορά στα κόστη του,
απλώς και μόνο για να
βρεθεί στην ίδια θέση με
το παθητικό ETF.
Η διαφορά αυτή μπορεί να
φαίνεται μικρή σε ετήσια
βάση.
Με την πάροδο όμως
δεκαετιών, η σύνθετη
απόδοση μετατρέπει ακόμη
και μερικά δέκατα της
μονάδας σε σημαντικό
ποσό.
Το JEPI
είναι η εξαίρεση που
δείχνει ότι η σύγκριση
δεν είναι πάντα δίκαιη
Το JEPI
αποτελεί ίσως το πιο
ενδιαφέρον παράδειγμα.
Δεν έχει σχεδιαστεί για
να νικήσει τον S&P
500 σε ανοδική αγορά.
Ο στόχος του είναι
διαφορετικός:
υψηλό εισόδημα και
χαμηλότερη
μεταβλητότητα.
Το beta
μόλις 0,18
δείχνει ότι η
συμπεριφορά του απέναντι
στην αγορά είναι πολύ
πιο αμυντική.
Παράλληλα, η μερισματική
απόδοση περίπου
7,95% είναι
πολλαπλάσια εκείνης των
κλασικών ETFs
του S&P
500.
Η εικόνα γίνεται ακόμη
πιο ενδιαφέρουσα όταν
εξετάζεται ο κίνδυνος.
Το JEPI
είχε worst
3-month
drawdown
περίπου -7,1%,
έναντι -19,6%
για το SPY.
Επομένως, για έναν
επενδυτή που αναζητά
εισόδημα και
περιορισμό των
διακυμάνσεων, η
χαμηλότερη συνολική
απόδοση δεν σημαίνει
απαραίτητα αποτυχία.
Απλώς σημαίνει ότι
αγοράζει ένα διαφορετικό
επενδυτικό αποτέλεσμα.
Το ARKK
είναι το αντίθετο
παράδειγμα
Το ARK
Innovation
ETF
αποτελεί την άλλη πλευρά
της εικόνας.
Με απόδοση μόλις
7,61% στο
τελευταίο δωδεκάμηνο,
βρίσκεται πολύ πίσω από
τα περίπου 21,5% των
ETFs
του S&P
500.
Και αυτό συνοδεύεται από
υψηλότερο κόστος και
πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο.
Το beta
βρίσκεται στο
1,47, δηλαδή
περίπου 47% υψηλότερα
από την αγορά, ενώ το
Sharpe
ratio
είναι αρνητικό στο
-0,19.
Η χειρότερη τρίμηνη
υποχώρηση φτάνει περίπου
το -39,7%.
Με άλλα λόγια, ο
επενδυτής του
ARKK
δεν πλήρωσε απλώς
περισσότερα.
Ανέλαβε και σημαντικά
μεγαλύτερο κίνδυνο για
πολύ χαμηλότερη απόδοση.
Το κρίσιμο μάθημα: δεν
πρέπει να συγκρίνουμε
μόνο αποδόσεις
Εδώ βρίσκεται και η
ουσία της συζήτησης για
ενεργητική και παθητική
διαχείριση.
Ένα ETF
δεν είναι απαραίτητα
«κακό» επειδή απέδωσε
λιγότερο από τον
S&P
500.
Πρέπει πρώτα να
εξεταστεί ποιος
είναι ο στόχος του.
|
Στόχος
επενδυτή
|
Πιο
κατάλληλη
προσέγγιση
|
|
Μακροπρόθεσμη
ανάπτυξη
κεφαλαίου
|
Παθητικό ETF
|
|
Χαμηλό κόστος
|
Παθητικό ETF
|
|
Έκθεση στην
αγορά
|
S&P 500 ETF
|
|
Υψηλό τρέχον
εισόδημα
|
JEPI / income
strategy
|
|
Περιορισμός
μεταβλητότητας
|
Αμυντική ενεργή
στρατηγική
|
|
Επιθετικό growth
/ thematic
investing
|
Ενεργό ή
θεματικό ETF
|
|
Προσπάθεια
υπεραπόδοσης της
αγοράς
|
Ενεργή
διαχείριση
|
Το πρόβλημα ξεκινά όταν
ένα ακριβό ενεργό
fund
δεν προσφέρει αυτό για
το οποίο πληρώνεται.
Η σύνθετη απόδοση κάνει
το κόστος ακόμη
σημαντικότερο
Ας υποθέσουμε δύο
επενδυτές που ξεκινούν
με 100.000 ευρώ.
Ο ένας επενδύει σε ένα
ETF
με κόστος 0,03%.
Ο άλλος σε ένα ενεργό
ETF
με κόστος 0,75%.
Η διαφορά των
0,72 ποσοστιαίων μονάδων
μπορεί να φαίνεται
αμελητέα σε έναν χρόνο.
Σε ορίζοντα όμως 20 ή 30
ετών, εφόσον όλα τα
υπόλοιπα είναι ίδια, η
διαφορά στο τελικό
κεφάλαιο γίνεται
σημαντική λόγω του
ανατοκισμού.
Και αυτό είναι το μεγάλο
πλεονέκτημα των
παθητικών ETFs:
δεν χρειάζεται να είναι
καλύτερα από την αγορά.
Αρκεί να είναι η αγορά,
με ελάχιστο κόστος.
Το μεγάλο δίλημμα για
τον επενδυτή
Η πραγματική σύγκριση
επομένως δεν είναι
απλώς:
Active
vs
Passive.
Είναι:
Πόσο είμαι διατεθειμένος
να πληρώσω για να
διαφοροποιήσω την έκθεσή
μου στην αγορά;
Αν ένας ενεργός
διαχειριστής μπορεί
σταθερά να δημιουργήσει
alpha
μεγαλύτερο από το
επιπλέον κόστος, τότε η
υψηλότερη αμοιβή μπορεί
να δικαιολογείται.
Αν όμως όχι, ο επενδυτής
πληρώνει περισσότερα για
ένα αποτέλεσμα που
μπορεί να αποκτήσει
φθηνότερα μέσω ενός
index
ETF.
Συμπέρασμα
Τα στοιχεία της
τελευταίας περιόδου
είναι ιδιαίτερα ευνοϊκά
για την παθητική
διαχείριση.
Τα ETFs
του S&P
500 προσέφεραν περίπου
21,5%,
με κόστος μόλις
0,03%-0,09%,
ενώ αρκετά ενεργά
funds
δυσκολεύτηκαν να
ανταγωνιστούν τόσο την
απόδοση όσο και το
κόστος.
Αυτό όμως δεν σημαίνει
ότι τα ενεργά
ETFs
δεν έχουν θέση στο
χαρτοφυλάκιο.
Το JEPI
δείχνει ακριβώς το
αντίθετο: ένας επενδυτής
που θέλει
εισόδημα και χαμηλότερη
μεταβλητότητα
μπορεί να προτιμήσει
συνειδητά χαμηλότερη
κεφαλαιακή απόδοση.
Για τον μέσο
μακροπρόθεσμο επενδυτή,
πάντως, το μήνυμα είναι
δύσκολο να αγνοηθεί:
όσο υψηλότερο είναι το
κόστος, τόσο περισσότερο
πρέπει να αποδεικνύεται
ότι αγοράζεις κάτι που η
αγορά δεν μπορεί να σου
προσφέρει φθηνότερα.
Και τελικά, το πιο
δύσκολο ερώτημα δεν
είναι αν η ενεργή
διαχείριση μπορεί να
νικήσει την αγορά.
Είναι αν μπορεί να τη
νικήσει αρκετά ώστε να
δικαιολογήσει το
25πλάσιο κόστος.
|