|
Χαρακτηριστικό είναι ότι
τα συμβόλαια με λήξη στο
τέλος Απριλίου
διαπραγματεύονται με
σημαντικό premium
έναντι των επόμενων
μηνών, γεγονός που
αντανακλά τον άμεσο
κίνδυνο για την
προσφορά. Στις ΗΠΑ, τα
βασικά προθεσμιακά
συμβόλαια έχουν
διπλασιαστεί από τις
αρχές του έτους, ενώ η
τιμή του Brent
κινείται κοντά στα 110
δολάρια ανά βαρέλι.
Ωστόσο, η τιμή των
πραγματικών φορτίων
αυξάνεται ακόμη πιο
έντονα, φτάνοντας τα
141,26 δολάρια – επίπεδα
που είχαν να καταγραφούν
από το 2008. Η αγορά
θυμίζει συνθήκες
απόλυτης έλλειψης, όπου
οι αγοραστές είναι
διατεθειμένοι να
πληρώσουν οποιοδήποτε
τίμημα για να
εξασφαλίσουν προμήθειες.
Ενδεικτικό της έντασης
είναι και το γεγονός ότι
η Σαουδική Αραβία, ως ο
μεγαλύτερος εξαγωγέας
πετρελαίου παγκοσμίως,
έχει αυξήσει σημαντικά
τα premiums.
Συγκεκριμένα, ζητά
περίπου 19,5 δολάρια
επιπλέον για το αραβικό
αργό προς την Ασία και
έως 30 δολάρια πάνω από
το Brent
για τους Ευρωπαίους
πελάτες.
Παράλληλα, οι πιέσεις
μεταφέρονται και στον
τομέα των αερομεταφορών.
Οι τιμές των αεροπορικών
καυσίμων έχουν
διπλασιαστεί μέσα σε
έναν μήνα, καθώς τα
αποθέματα στα αεροδρόμια
καλύπτουν μόλις λίγες
ημέρες και οι
αεροπορικές εταιρείες
έχουν περιορίσει τις
στρατηγικές
αντιστάθμισης κινδύνου.
Ως αποτέλεσμα, ορισμένες
εταιρείες, όπως η
United
Airlines,
προχωρούν σε μείωση των
πτήσεων, ενώ άλλες
αυξάνουν τις τιμές
εισιτηρίων και τις
πρόσθετες χρεώσεις. Σε
ορισμένα ευρωπαϊκά
αεροδρόμια, κυρίως στην
Ιταλία, έχουν ήδη
επιβληθεί περιορισμοί
στην προμήθεια καυσίμων.
Το ενδεχόμενο ελλείψεων
παραμένει ανοιχτό. Εάν η
κρίση συνεχιστεί και τα
Στενά του Ορμούζ
παραμείνουν κλειστά για
αρκετές ακόμη εβδομάδες,
υπάρχει κίνδυνος πρώτα
για έλλειψη ντίζελ και
στη συνέχεια ακόμη και
βενζίνης, ειδικά αν η
ένταση παραταθεί έως το
καλοκαίρι.
Ήδη, αρκετές χώρες
λαμβάνουν προληπτικά
μέτρα. Η Κίνα, η
Ταϊλάνδη, το Πακιστάν
και η Νότια Κορέα
περιορίζουν τις εξαγωγές
τους, ενώ η Ρωσία έχει
διακόψει προσωρινά τις
εξαγωγές βενζίνης.
Παράλληλα, χώρες όπως η
Μιανμάρ και το
Μπαγκλαντές εφαρμόζουν
ήδη δελτίο καυσίμων.
Ωστόσο, τα μέτρα αυτά,
αν και περιορίζουν την
κατανάλωση, επιβαρύνουν
σημαντικά τις
οικονομίες, αυξάνοντας
τον κίνδυνο επιβράδυνσης
της ανάπτυξης σε
παγκόσμιο επίπεδο.
|