|
Η εικόνα στην Ασία, που
παραμένει η μεγαλύτερη
καταναλώτρια περιοχή
πετρελαίου διεθνώς,
αποτυπώνει καθαρά το
μέγεθος της αναστάτωσης.
Διυλιστήρια αναζητούν
φορτία από πολύ πιο
μακρινές αγορές,
αποδεχόμενα υψηλά
επιπλέον κόστη πάνω από
την τιμή αναφοράς του
Brent,
μόνο και μόνο για να
εξασφαλίσουν επαρκείς
ποσότητες. Το αυξημένο
αυτό κόστος περνά
απευθείας στις
μεταφορές, επιβαρύνει
τις επιχειρήσεις και
αρχίζει να δημιουργεί
ήδη περιορισμούς ακόμη
και στην προμήθεια
καυσίμων για τη ναυτιλία
σε ορισμένες περιοχές.
Ακόμη πιο έντονη είναι η
πίεση στην αγορά
αεροπορικών καυσίμων,
όπου οι τιμές έχουν
ξεπεράσει τα 200 δολάρια
το βαρέλι. Ήδη μεγάλες
ευρωπαϊκές αεροπορικές
εταιρείες προειδοποιούν
ότι το πρόσθετο κόστος
δεν μπορεί να
απορροφηθεί εσωτερικά
και θα μεταφερθεί στα
εισιτήρια, ενισχύοντας
περαιτέρω τον πληθωρισμό
στις μεταφορές και στον
τουρισμό.
Η μεγάλη απόκλιση
ανάμεσα στα
futures
και στη φυσική αγορά
συνδέεται και με τις
προσπάθειες των ΗΠΑ να
περιορίσουν την άνοδο
των διεθνών τιμών,
κυρίως μέσω συνεχών
αποδεσμεύσεων από τα
στρατηγικά αποθέματα.
Όμως αυτή η παρέμβαση
επηρεάζει κυρίως την
εικόνα των
χρηματιστηριακών
συμβολαίων και όχι το
πραγματικό πρόβλημα
επάρκειας στις άμεσες
παραδόσεις. Όπως
επισημαίνεται και σε
σχετικές αναλύσεις, η
παγκόσμια οικονομία
δέχεται ήδη πολύ
ισχυρότερο πληθωριστικό
σοκ από εκείνο που
υποδηλώνουν οι τιμές των
παραγώγων. Με άλλα
λόγια, η πίεση στην
πραγματική οικονομία
είναι μεγαλύτερη από
αυτή που δείχνει η οθόνη
των αγορών.
Αυτό ενισχύει τις
πιέσεις τόσο προς τις
κεντρικές τράπεζες όσο
και προς την κυβέρνηση
Τραμπ, η οποία βρίσκεται
αντιμέτωπη με το
πολιτικό κόστος της
ακρίβειας ενόψει των
κρίσιμων ενδιάμεσων
εκλογών του Νοεμβρίου. Η
ουσία είναι ότι, όσο η
φυσική προσφορά
παραμένει διαταραγμένη,
οι παρεμβάσεις στις
αγορές δύσκολα αρκούν
για να αλλάξουν τη
συνολική εικόνα.
Οι ανησυχίες για νέα
επιδείνωση παραμένουν
έντονες. Μεγάλες
τράπεζες εκτιμούν ότι οι
τιμές μπορεί να κινηθούν
ακόμη υψηλότερα τις
επόμενες εβδομάδες,
ακόμη και πέρα από τα
ιστορικά υψηλά του 2008.
Η εκτίμηση αυτή
βασίζεται στο μέγεθος
της αναστάτωσης στην
προσφορά, καθώς
επηρεάζονται τεράστιοι
όγκοι πετρελαίου που
διακινούνται καθημερινά
μέσω του Περσικού
Κόλπου. Το Brent
έχει ήδη πλησιάσει
επανειλημμένα τα 120
δολάρια, εντείνοντας την
πίεση προς την
Ουάσιγκτον να βρει νέα
μέσα παρέμβασης.
Μέσα σε αυτό το
περιβάλλον, η
αμερικανική κυβέρνηση
εξετάζει πρόσθετες
κινήσεις αποκλιμάκωσης.
Στο τραπέζι βρίσκονται
ακόμη και επιλογές που
μέχρι πρόσφατα
θεωρούνταν πολιτικά
δύσκολες, όπως η μερική
χαλάρωση ορισμένων
περιορισμών στο ιρανικό
πετρέλαιο ή ευρύτερες
διευκολύνσεις σε φορτία
που διαφορετικά θα
έμεναν εκτός αγοράς. Το
γεγονός και μόνο ότι
συζητούνται τέτοια
σενάρια δείχνει πόσο
περιορισμένα έχουν γίνει
τα διαθέσιμα εργαλεία
όσο τα Στενά του Ορμούζ
παραμένουν εκτός πλήρους
λειτουργίας και οι
ενεργειακές υποδομές
συνεχίζουν να
απειλούνται.
Οι συνέπειες έχουν ήδη
περάσει στους τελικούς
καταναλωτές. Στις ΗΠΑ, η
βενζίνη πλησιάζει τα 4
δολάρια το γαλόνι και το
ντίζελ έχει ξεπεράσει τα
5 δολάρια, ενώ στην
Ευρώπη, και ειδικά στη
Γερμανία, η επιβάρυνση
οδηγεί πολλά νοικοκυριά
και επιχειρήσεις σε
περιορισμό των αγορών
πετρελαίου θέρμανσης και
καυσίμων. Παράλληλα, οι
τιμές των φυσικών
ποιοτήτων πετρελαίου
αποκαλύπτουν ακόμη
καθαρότερα το μέγεθος
της στενότητας, με
βασικά benchmarks
της Μέσης Ανατολής να
κινούνται πολύ υψηλότερα
από το Brent.
Καθώς ο πόλεμος περνά
στην τέταρτη εβδομάδα
και δεν υπάρχει ακόμη
σαφής ένδειξη
επαναλειτουργίας των
Στενών, το βασικό
συμπέρασμα είναι ότι η
ενεργειακή κρίση όχι
μόνο δεν
αποκλιμακώνεται, αλλά
βαθαίνει. Όσο η
πραγματική αγορά
παραμένει πιο «σφιχτή»
από ό,τι δείχνουν τα
futures,
τόσο περισσότερο θα
διευρύνεται η απόσταση
ανάμεσα στη
χρηματιστηριακή εικόνα
και στο κόστος που
βιώνουν οι επιχειρήσεις,
οι μεταφορές και τελικά
τα νοικοκυριά.
|