|
Η εξέλιξη αυτή έχει
ιδιαίτερη σημασία για τη
νομισματική πολιτική,
καθώς η αύξηση των
πληθωριστικών προσδοκιών
μπορεί να οδηγήσει τους
επενδυτές να
προεξοφλήσουν υψηλότερα
επιτόκια και τις
κεντρικές τράπεζες να
βρεθούν αντιμέτωπες με
πιέσεις για νέες
αυξήσεις.
Η επίδραση του
πετρελαίου στις αγορές
επιτοκίων
Ενδεικτική της επίδρασης
που ασκεί το ενεργειακό
κόστος είναι η εικόνα
των διετών επιτοκίων
στις ΗΠΑ από την αρχή
του 2026. Η συνολική
άνοδός τους ανέρχεται σε
113 μονάδες βάσης.
Ωστόσο, εάν απομονωθούν
οι ημέρες κατά τις
οποίες το πετρέλαιο
κινήθηκε ανοδικά, η
αύξηση φτάνει τις 196
μονάδες βάσης. Αντίθετα,
τις υπόλοιπες ημέρες
καταγράφηκε σωρευτική
υποχώρηση κατά 83
μονάδες βάσης.
Ακόμη εντονότερες
διακυμάνσεις
εμφανίστηκαν στις αγορές
του Ηνωμένου Βασιλείου
και της Γερμανίας,
επιβεβαιώνοντας ότι οι
μεταβολές στις τιμές της
ενέργειας επηρεάζουν
ουσιαστικά τις
εκτιμήσεις των επενδυτών
για την πορεία του
πληθωρισμού και των
επιτοκίων.
Η Bank
of
America
περιγράφει έναν
μηχανισμό που μπορεί να
λειτουργήσει σε
διαδοχικά στάδια: το
ακριβότερο πετρέλαιο
ενισχύει τις
πληθωριστικές
προσδοκίες, οι αγορές
προεξοφλούν αυστηρότερη
νομισματική πολιτική και
αυξάνεται η πιθανότητα
οι κεντρικές τράπεζες να
χρειαστεί να παρέμβουν
με υψηλότερα επιτόκια.
Στο επίκεντρο βρίσκεται
η Fed,
καθώς η ανθεκτικότητα
της αμερικανικής
οικονομίας και της
κατανάλωσης, σε
συνδυασμό με τον
πληθωρισμό που
εξακολουθεί να βρίσκεται
πάνω από τον στόχο της
μετά την πανδημία,
περιορίζει τα περιθώρια
εφησυχασμού. Επιπλέον, η
αγορά εργασίας ενδέχεται
να μην έχει πλέον την
ίδια δυνατότητα να
απορροφήσει πρόσθετη
ζήτηση χωρίς να
δημιουργηθούν νέες
πληθωριστικές πιέσεις.
Γεωπολιτικός κίνδυνος
και συρρίκνωση των
αποθεμάτων πετρελαίου
Η διάρκεια και η ένταση
των πολεμικών
συγκρούσεων στη Μέση
Ανατολή και την Ουκρανία
θα αποτελέσουν
καθοριστικούς παράγοντες
για την πορεία της
προσφοράς πετρελαίου.
Σύμφωνα με την
Bank
of
America,
οι διεθνείς τιμές
ενσωματώνουν ήδη
σημαντικό γεωπολιτικό
ασφάλιστρο, καθώς
παραμένει ανοιχτό το
ενδεχόμενο νέων
διαταραχών στην
ενεργειακή αλυσίδα.
Μετά τις αμερικανικές
εκλογές, οι αγορές είχαν
αποτιμήσει αυξημένες
πιθανότητες
αποκλιμάκωσης της
σύγκρουσης με το Ιράν.
Ωστόσο, η προοπτική αυτή
δεν έχει μετατραπεί σε
βεβαιότητα, ενώ η
συνεχιζόμενη ένταση
διατηρεί την αβεβαιότητα
για την ομαλή τροφοδοσία
της διεθνούς αγοράς.
Ιδιαίτερη ανησυχία
προκαλεί και η μείωση
των παγκόσμιων
αποθεμάτων. Στοιχεία της
Υπηρεσίας Πληροφοριών
Ενέργειας των ΗΠΑ (EIA),
τα οποία επικαλείται η
τράπεζα, δείχνουν ότι τα
εμπορικά και κρατικά
αποθέματα πετρελαίου
έχουν περιοριστεί κατά
περίπου 500 εκατ.
βαρέλια από την αρχή του
έτους. Η εξέλιξη
αποδίδεται εν μέρει
στους περιορισμούς στην
προσφορά από τις χώρες
του Περσικού Κόλπου, οι
οποίοι έχουν οδηγήσει σε
μεγαλύτερη αξιοποίηση
των διαθέσιμων
αποθεμάτων.
Παρά τη δυσκολία
ακριβούς αποτύπωσης των
παγκόσμιων αποθεμάτων, η
Bank
of
America
θεωρεί εύλογη μια
εκτίμηση της τάξης των
1,5 δισ. βαρελιών για τα
διαθέσιμα αποθέματα
ασφαλείας. Επικαλούμενη
επίσης ανάλυση του
Brookings
Institution
από τον Μάιο του 2026,
προειδοποιεί ότι
περαιτέρω υποχώρησή τους
θα μπορούσε να
επιταχύνει την άνοδο των
τιμών του αργού.
Ντίζελ: Άνοδος 76% μέσα
στο 2026
Οι πιέσεις δεν
περιορίζονται στην
παραγωγή και τη μεταφορά
αργού πετρελαίου, αλλά
επεκτείνονται και στη
διύλιση, όπου οι
επιθέσεις σε ενεργειακές
εγκαταστάσεις έχουν
περιορίσει σημαντικά τη
διαθέσιμη δυναμικότητα.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις
του Διεθνούς Οργανισμού
Ενέργειας (IEA),
οι ουκρανικές επιθέσεις
σε ρωσικά διυλιστήρια
έχουν μειώσει κατά
περίπου 30% τη συνολική
δραστηριότητα διύλισης
στη Ρωσία. Η
συγκεκριμένη απώλεια
αντιστοιχεί περίπου στο
2% της παγκόσμιας
δραστηριότητας του
κλάδου.
Πρόσθετες πιέσεις έχουν
προκύψει από τις
επιθέσεις του Ιράν σε
διυλιστήρια χωρών του
Περσικού Κόλπου. Σύμφωνα
με εκτιμήσεις αναλυτών
της ενεργειακής αγοράς,
οι επιπτώσεις
αντιστοιχούν σε
περιορισμό περίπου 2%
της παγκόσμιας
προσφοράς.
Το αποτέλεσμα
αποτυπώνεται ήδη στις
τιμές των πετρελαϊκών
προϊόντων, με το ντίζελ
να έχει καταγράψει άνοδο
76% από την αρχή του
2026. Η τιμή του
αυξήθηκε από περίπου
3,50 δολάρια ανά γαλόνι
στα 6,25 δολάρια,
εξέλιξη που επιβαρύνει
το κόστος μεταφορών,
παραγωγής και συνολικά
την οικονομική
δραστηριότητα.
Παράλληλα, η ουκρανική
ηγεσία έχει δηλώσει από
τον Οκτώβριο ότι
προτίθεται να συνεχίσει
τις επιθέσεις σε ρωσικές
εγκαταστάσεις διύλισης,
γεγονός που δυσχεραίνει
την προοπτική άμεσης
εξομάλυνσης της
προσφοράς. Η Bank
of
America
επισημαίνει, μάλιστα,
ότι ακόμη και μια
σχετικά γρήγορη
αποκλιμάκωση της
σύγκρουσης με το Ιράν
δεν θα εξασφάλιζε
αυτομάτως την επιστροφή
των εξαγωγών πετρελαίου
από τον Περσικό Κόλπο
στα προπολεμικά επίπεδα.
Τι αποκαλύπτουν τα
ιστορικά στοιχεία για
πετρέλαιο και επιτόκια
Η ανάλυση της
Bank
of
America
βασίζεται σε δύο βασικές
συνιστώσες που
διαμορφώνουν τα
ονομαστικά επιτόκια: τα
πραγματικά επιτόκια και
την αποζημίωση για τον
πληθωρισμό. Η τελευταία
αντανακλά ουσιαστικά τις
πληθωριστικές προσδοκίες
που ενσωματώνουν οι
αγορές στις τιμές των
χρηματοοικονομικών
προϊόντων.
Η σχέση της δεύτερης
συνιστώσας με τις τιμές
του πετρελαίου είναι
σταθερά θετική.
Αντίθετα, τα πραγματικά
επιτόκια εμφανίζουν
συνήθως πτωτική τάση
όταν αυξάνεται το
ενεργειακό κόστος, καθώς
η επιβάρυνση της
οικονομίας μπορεί να
περιορίσει τις
προσδοκίες για ανάπτυξη.
Η τράπεζα εξέτασε
συνολικά 4.460
χρηματιστηριακές
συνεδριάσεις από το
τέλος του 2008,
αναλύοντας τις μεταβολές
των διετών επιτοκίων
swaps
στις ΗΠΑ, το Ηνωμένο
Βασίλειο και τη
Γερμανία.
Στο σύνολο αυτής της
περιόδου, τα διετή
επιτόκια αυξήθηκαν κατά
359 μονάδες βάσης στις
ΗΠΑ, 312 μονάδες βάσης
στο Ηνωμένο Βασίλειο και
108 μονάδες βάσης στη
Γερμανία, ενώ η τιμή του
πετρελαίου ενισχύθηκε
κατά 49 δολάρια.
Η εικόνα αλλάζει
σημαντικά όταν
εξετάζονται μόνο οι
ημέρες κατά τις οποίες
το πετρέλαιο κατέγραψε
άνοδο. Σε αυτές τις
συνεδριάσεις, οι
σωρευτικές αυξήσεις των
διετών επιτοκίων έφτασαν
τις 1.293 μονάδες βάσης
στις ΗΠΑ, τις 1.424 στο
Ηνωμένο Βασίλειο και τις
1.096 στη Γερμανία. Οι
έντονες αυτές ανοδικές
κινήσεις
αντισταθμίστηκαν σε
μεγάλο βαθμό από τις
μειώσεις που σημειώθηκαν
τις υπόλοιπες ημέρες.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικά
είναι τα στοιχεία για
τις πληθωριστικές
προσδοκίες. Στις ΗΠΑ, το
διετές inflation
swap
εμφάνισε σωρευτική άνοδο
3.802 μονάδων βάσης τις
ημέρες που αυξανόταν το
πετρέλαιο, ενώ στις
υπόλοιπες συνεδριάσεις
υποχώρησε κατά 3.375
μονάδες βάσης.
Το βασικό συμπέρασμα της
ανάλυσης είναι ότι οι
μεταβολές στην
αποζημίωση για τον
πληθωρισμό έχουν συνήθως
μεγαλύτερη επίδραση στα
ονομαστικά επιτόκια από
την αντίρροπη κίνηση των
πραγματικών επιτοκίων.
Με άλλα λόγια, η αύξηση
του ενεργειακού κόστους
τείνει να ενισχύει τις
πληθωριστικές προσδοκίες
αρκετά ώστε να
υπερισχύει της πιθανής
υποχώρησης των
πραγματικών αποδόσεων.
Η αμερικανική εξαίρεση
και η επιστροφή προς τα
ιστορικά δεδομένα
Το 2026, ωστόσο, η
αμερικανική αγορά
παρουσίασε μια
αξιοσημείωτη απόκλιση
από το ιστορικό πρότυπο.
Τα πραγματικά επιτόκια
στις ΗΠΑ αυξήθηκαν
αισθητά περισσότερο τις
ημέρες κατά τις οποίες
οι τιμές του πετρελαίου
παρέμεναν σταθερές ή
υποχωρούσαν.
Η Bank
of
America
συνδέει τη διαφοροποίηση
αυτή πιθανότατα με την
ισχυρή αύξηση των
κεφαλαιουχικών
επενδύσεων στην
αμερικανική οικονομία, η
οποία ενίσχυσε τις
προσδοκίες για ανάπτυξη
και επηρέασε τις
πραγματικές αποδόσεις.
Ειδικότερα, ο λόγος των
ανοδικών προς τις
καθοδικές μεταβολές των
πραγματικών επιτοκίων
στις ΗΠΑ διαμορφώθηκε
περίπου στο 3 προς 1
μέσα στο 2026, όταν ο
ιστορικός μέσος όρος
βρίσκεται κοντά στο 0,9
προς 1. Αντίθετα, στη
Βρετανία και τη Γερμανία
η συμπεριφορά των
πραγματικών επιτοκίων
παρέμεινε πολύ πιο κοντά
στα ιστορικά δεδομένα.
Το τελευταίο διάστημα,
πάντως, παρατηρούνται
ενδείξεις επιστροφής της
αμερικανικής αγοράς προς
την προηγούμενη
κανονικότητα. Ο
αντίστοιχος λόγος έχει
υποχωρήσει κοντά στο 0,9
προς 1, γεγονός που,
κατά την εκτίμηση της
τράπεζας, ενδέχεται να
δείχνει ότι η επίδραση
της επενδυτικής έκρηξης
έχει ήδη ενσωματωθεί σε
μεγάλο βαθμό στις
αποτιμήσεις.
Οι επενδυτικές κινήσεις
και το δύσκολο έργο της
Fed
Με βάση τα παραπάνω
δεδομένα, η Bank
of
America
εκτιμά ότι οι κίνδυνοι
για τα επιτόκια είναι
ασύμμετροι. Εάν οι
γεωπολιτικές εντάσεις
αποκλιμακωθούν και οι
ενεργειακές αγορές
σταθεροποιηθούν, η
Fed
θα μπορούσε να
διατηρήσει αμετάβλητη τη
νομισματική πολιτική
της. Εάν, όμως, η
ενεργειακή κρίση
παραταθεί και ο
πληθωρισμός επιταχυνθεί
εκ νέου, η αμερικανική
κεντρική τράπεζα
ενδέχεται να αναγκαστεί
σε αυστηρότερη στάση, με
τα επιτόκια να
οδηγούνται σε ακόμη πιο
περιοριστικά επίπεδα.
Στο πλαίσιο αυτό, οι
αναλυτές προτείνουν
στους επενδυτές να
εξετάσουν κινήσεις
αντιστάθμισης του
πληθωριστικού κινδύνου,
κυρίως μέσω
βραχυπρόθεσμης
προστασίας στις αγορές
των ΗΠΑ, της Βρετανίας
και της Γερμανίας.
Παράλληλα, εισηγούνται
την εξέταση θέσεων
πληρωμής σταθερού
επιτοκίου (pay-fixed)
στα διετή επιτόκια
swaps
των ΗΠΑ, ως μέσο
προστασίας από το
ενδεχόμενο περαιτέρω
ανόδου των
βραχυπρόθεσμων
επιτοκίων.
Η μεγαλύτερη δυσκολία
για τη Fed
ενδέχεται να μην αφορά
μόνο την ίδια την
απόφαση για τα επιτόκια,
αλλά και τη διαχείριση
των προσδοκιών των
αγορών. Η Bank
of
America
θεωρεί
ότι η κεντρική τράπεζα
μπορεί να δυσκολευτεί να
ανατρέψει τις προσδοκίες
για αυξήσεις, ιδίως εάν
οι επενδυτές έχουν ήδη
προεξοφλήσει ένα τέτοιο
ενδεχόμενο πριν από τις
συνεδριάσεις της.
Πρόσθετος παράγοντας
αβεβαιότητας είναι ότι ο
νέος πρόεδρος της
Fed
δεν έχει ακόμη εδραιώσει
την αξιοπιστία του ως
προς την
αποφασιστικότητα στην
αντιμετώπιση του
πληθωρισμού. Εάν οι
αγορές αποδίδουν
πιθανότητα άνω του 50%
σε μια αύξηση επιτοκίων
και η Fed
επιλέξει τελικά να μην
προχωρήσει σε αυτή,
υπάρχει κίνδυνος να
αποδυναμωθεί η επιρροή
της στις προσδοκίες των
επενδυτών και, κατ'
επέκταση, στη διαμόρφωση
των μακροπρόθεσμων
αποδόσεων.
Το βασικό μήνυμα της
ανάλυσης είναι ότι το
πετρέλαιο δεν αποτελεί
πλέον μόνο έναν
παράγοντα κόστους για
την παγκόσμια οικονομία.
Σε ένα περιβάλλον
γεωπολιτικής αστάθειας
και περιορισμένων
ενεργειακών αποθεμάτων,
μπορεί να εξελιχθεί σε
καθοριστικό παράγοντα
για την κατεύθυνση της
νομισματικής πολιτικής,
περιορίζοντας τα
περιθώρια χαλάρωσης και
επαναφέροντας στο
προσκήνιο το ενδεχόμενο
νέων αυξήσεων επιτοκίων.
|