|
Ναύλοι σε ιστορικά υψηλά
επίπεδα
Η αγορά των
υπερδεξαμενόπλοιων
καταγράφει μια άνευ
προηγουμένου άνοδο, η
οποία, σύμφωνα με τον
ναυλομεσιτικό οίκο
Simpson
Spence
Young
(SSY),
ξεπερνά ακόμη και τις
κορυφώσεις προηγούμενων
μεγάλων πετρελαϊκών
κρίσεων.
Ακόμη και μετά την
προσαρμογή για τον
πληθωρισμό, οι ναύλοι
βρίσκονται στα υψηλότερα
επίπεδα από τη δεκαετία
του 1960, όταν τα πρώτα
υπερδεξαμενόπλοια
άρχισαν να κυριαρχούν
στις θαλάσσιες μεταφορές
πετρελαίου. Οι τιμές
ξεπερνούν, σύμφωνα με
την ίδια εκτίμηση, ακόμη
και εκείνες της
δεκαετίας του 1980, κατά
τη διάρκεια του
λεγόμενου «πολέμου των
δεξαμενόπλοιων» στον
Περσικό Κόλπο.
«Η διαθέσιμη
χωρητικότητα του στόλου
αποδεικνύεται ανεπαρκής
για την κάλυψη των
αναγκών», δήλωσε ο
Russell
Hardy,
διευθύνων σύμβουλος της
Vitol
Group,
ενός από τους
μεγαλύτερους
ανεξάρτητους οίκους
εμπορίας πετρελαίου
παγκοσμίως,
επισημαίνοντας την
απότομη άνοδο των τιμών.
Η εξέλιξη δημιουργεί
πρόσθετες πιέσεις σε μια
αγορά που ήδη προσπαθεί
να προσαρμοστεί στις
επιπτώσεις του πολέμου
στο Ιράν. Οι ακριβότερες
μεταφορές αυξάνουν το
συνολικό κόστος
προμήθειας του αργού,
περιορίζουν τα περιθώρια
κέρδους των διυλιστηρίων
και ενισχύουν τους
κινδύνους για νέες
πληθωριστικές πιέσεις.
Πώς ο πόλεμος επιβαρύνει
τη διαθέσιμη
χωρητικότητα
Στην καρδιά του
προβλήματος βρίσκεται η
ανατροπή των
παραδοσιακών θαλάσσιων
διαδρομών. Οι παραγωγοί
της Μέσης Ανατολής
αναγκάζονται να
προσαρμόσουν τις
εξαγωγικές τους
διαδικασίες, με τη
μεταφόρτωση πετρελαίου
από ένα πλοίο σε άλλο να
αποκτά μεγαλύτερη
σημασία.
Η πρακτική αυτή
προσθέτει περίπου
μία εβδομάδα σε
κάθε δρομολόγιο,
περιορίζοντας τον αριθμό
των ταξιδιών που μπορεί
να πραγματοποιήσει κάθε
δεξαμενόπλοιο μέσα σε
ένα συγκεκριμένο χρονικό
διάστημα.
Την ίδια στιγμή, οι
αποστολές μέσω των
Στενών του Ορμούζ
ανακάμπτουν και
πλησιάζουν πλέον το 80%
των προπολεμικών
επιπέδων, σύμφωνα με
στελέχη του κλάδου. Η
επιστροφή μεγαλύτερων
ποσοτήτων πετρελαίου
στην αγορά αυξάνει τη
ζήτηση για πλοία, χωρίς
όμως η διαθέσιμη
χωρητικότητα να μπορεί
να προσαρμοστεί εξίσου
γρήγορα.
Όταν οι θαλάσσιες
μεταφορές είχαν
περιοριστεί έντονα,
πολλά δεξαμενόπλοια
απομακρύνθηκαν από τον
Περσικό Κόλπο και
αναζητούσαν νέα φορτία
σε άλλες περιοχές. Η
επανατοποθέτησή τους στα
δρομολόγια που
εξυπηρετούν τις εξαγωγές
της Μέσης Ανατολής
απαιτεί πλέον εβδομάδες,
δημιουργώντας ένα
πρόσθετο κενό στην
προσφορά πλοίων.
Η Κίνα αναζητά
εναλλακτικές προμήθειες
Ένας ακόμη παράγοντας
που εντείνει την πίεση
είναι η ουσιαστική
διακοπή των ιρανικών
εξαγωγών προς την Κίνα,
σύμφωνα με τα στοιχεία
που παρατίθενται στο
δημοσίευμα.
Οι Κινέζοι αγοραστές
στρέφονται σε
εναλλακτικές πηγές
προμήθειας, αυξάνοντας
τη ζήτηση για
δεξαμενόπλοια που
δραστηριοποιούνται στις
κύριες διεθνείς αγορές.
Έτσι, η κρίση δεν
περιορίζεται στις άμεσες
επιπτώσεις των
διαταραχών στον Περσικό
Κόλπο. Επηρεάζει και τις
εμπορικές ροές μεταξύ
άλλων μεγάλων παραγωγών
και καταναλωτών, καθώς
οι αγοραστές
ανταγωνίζονται για
διαθέσιμα φορτία και
μεταφορική χωρητικότητα.
Το αποτέλεσμα είναι μια
αλυσιδωτή ανατίμηση του
κόστους της εφοδιαστικής
αλυσίδας. Η μεταφορά,
που υπό φυσιολογικές
συνθήκες αποτελεί ένα
σχετικά περιορισμένο
μέρος του συνολικού
κόστους προμήθειας,
αποκτά πλέον πολύ
μεγαλύτερη βαρύτητα.
Από τα 4,50 στα 41
δολάρια ανά βαρέλι
Το μέγεθος της
ανατίμησης αποτυπώνεται
με τον πιο
χαρακτηριστικό τρόπο στο
κόστος μεταφοράς ανά
βαρέλι.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
του δημοσιεύματος, μέσα
στην εβδομάδα
συμφωνήθηκε ναύλωση από
τις ΗΠΑ με κόστος που
έφτασε τα 41
δολάρια ανά βαρέλι.
Για το ίδιο δρομολόγιο,
ο αντίστοιχος μέσος όρος
την προηγούμενη χρονιά
ήταν μόλις 4,50 δολάρια.
Πρόκειται για αύξηση που
προσεγγίζει το
εννεαπλάσιο, με το
κόστος μεταφοράς να
αντιστοιχεί πλέον σε
περίπου 45% της τιμής
του αμερικανικού αργού
WTI,
το οποίο την Παρασκευή
κινήθηκε κοντά στα 91
δολάρια ανά βαρέλι.
Η μεταβολή αυτή δείχνει
ότι η τιμή του
πετρελαίου δεν εξαρτάται
πλέον μόνο από την
προσφορά και τη ζήτηση
του ίδιου του
εμπορεύματος. Η
διαθεσιμότητα των
πλοίων, οι αποστάσεις
που πρέπει να καλυφθούν
και ο χρόνος που
απαιτείται για κάθε
μεταφορά αποκτούν
καθοριστικό ρόλο στη
διαμόρφωση του τελικού
κόστους.
Νέες πιέσεις για
διυλιστήρια και
καταναλωτές
Η άνοδος των ναύλων
δημιουργεί ένα επιπλέον
εμπόδιο στην προσπάθεια
σταθεροποίησης της
αγοράς πετρελαίου. Ακόμη
και όταν οι τιμές του
αργού υποχωρούν, το
αυξημένο κόστος
μεταφοράς μπορεί να
περιορίσει το όφελος για
τους αγοραστές.
Για τα διυλιστήρια, οι
ακριβότερες προμήθειες
μπορούν να συμπιέσουν τα
περιθώρια κέρδους, ιδίως
όταν δεν είναι εφικτή η
πλήρης μετακύλιση του
πρόσθετου κόστους στις
τελικές τιμές των
προϊόντων.
Για την παγκόσμια
οικονομία, παράλληλα, η
εξέλιξη αυξάνει τον
κίνδυνο διατήρησης των
ενεργειακών πιέσεων και
δυσκολεύει την
αποκλιμάκωση του
πληθωρισμού.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι
πλέον πόσο γρήγορα θα
μπορέσει ο παγκόσμιος
στόλος να ανταποκριθεί
στις νέες ανάγκες και αν
οι εμπορικές ροές μέσω
των Στενών του Ορμούζ θα
σταθεροποιηθούν. Μέχρι
τότε, η έλλειψη
χωρητικότητας και η
αναδιάταξη των θαλάσσιων
διαδρομών ενδέχεται να
διατηρήσουν το κόστος
μεταφοράς πετρελαίου σε
εξαιρετικά υψηλά
επίπεδα.
|