|
Σύμφωνα με εκτιμήσεις
που επικαλούνται οι
Financial
Times,
οι επιπτώσεις στις τιμές
εξαρτώνται κυρίως από
δύο παράγοντες: τη
διάρκεια της διακοπής
της διέλευσης και την
αντίδραση των επενδυτών
στις διεθνείς αγορές
ενέργειας.
Το ακραίο σενάριο για
την προσφορά
Σε ένα ακραίο σενάριο,
όπου τα Στενά του Ορμούζ
παραμένουν κλειστά για
μεγάλο χρονικό διάστημα,
θα μπορούσαν να
αφαιρεθούν από την
παγκόσμια αγορά έως και
20 εκατομμύρια βαρέλια
ημερησίως αργού
πετρελαίου και
πετρελαϊκών προϊόντων.
Μέρος αυτής της
ποσότητας θα μπορούσε να
διοχετευθεί μέσω αγωγών
της περιοχής,
περιορίζοντας σε κάποιο
βαθμό τις απώλειες.
Παράλληλα, επιπλέον
παραγωγή θα μπορούσε να
προέλθει από άλλες
πηγές, όπως το
σχιστολιθικό πετρέλαιο
των Ηνωμένων Πολιτειών ή
νέες περιοχές παραγωγής,
μεταξύ των οποίων και η
Γουιάνα.
Παρά τις εναλλακτικές
αυτές δυνατότητες, μια
καθαρή απώλεια περίπου
12 εκατομμυρίων βαρελιών
ημερησίως θα ήταν
μεγαλύτερη ακόμη και από
τη μείωση της ζήτησης
που καταγράφηκε κατά τη
διάρκεια της πανδημίας.
Ωστόσο, οι περισσότεροι
αναλυτές εκτιμούν ότι
ένα τόσο ακραίο σενάριο
παραμένει σχετικά
απίθανο.
Ο ρόλος των παγκόσμιων
αποθεμάτων
Σημαντικό «μαξιλάρι» για
την αγορά αποτελούν τα
μεγάλα ενεργειακά
αποθέματα. Σύμφωνα με
εκτιμήσεις της
Goldman
Sachs,
τα παγκόσμια αποθέματα
πετρελαίου και
διυλισμένων προϊόντων
ανέρχονται περίπου σε 8
δισεκατομμύρια βαρέλια.
Οι κάτοχοι αυτών των
αποθεμάτων θα μπορούσαν
να τα διαθέσουν στην
αγορά προκειμένου να
περιορίσουν τις πιέσεις
στην προσφορά. Ωστόσο,
ακόμη και σε αυτή την
περίπτωση δεν είναι
βέβαιο ότι θα μπορούσαν
να αντισταθμίσουν πλήρως
ένα παρατεταμένο σοκ
στην αγορά.
Ακόμη και ένα σχετικά
μικρό έλλειμμα, της
τάξης των 2 εκατομμυρίων
βαρελιών ημερησίως
—περίπου το 2% της
παγκόσμιας κατανάλωσης—
θα μπορούσε να οδηγήσει
σε σημαντικές αυξήσεις
των τιμών.
Γιατί η αγορά πετρελαίου
αντιδρά έντονα
Η ζήτηση για πετρέλαιο
χαρακτηρίζεται ως
σχετικά ανελαστική,
καθώς οι καταναλωτές
δυσκολεύονται να
περιορίσουν τη χρήση του
ακόμη και όταν οι τιμές
αυξάνονται αισθητά.
Οι επιπτώσεις των
αυξήσεων διαφέρουν
ανάλογα με τη χώρα και
τον κλάδο. Για
παράδειγμα, οι
αεροπορικές εταιρείες
μετακυλίουν συνήθως το
αυξημένο κόστος καυσίμων
στα εισιτήρια, ενώ οι
οδηγοί στις Ηνωμένες
Πολιτείες τείνουν να
αντιδρούν πιο έντονα
στις αυξήσεις των τιμών
των καυσίμων.
Η σύγκριση με την
περίοδο 2007-2009
Για να εκτιμήσουν πόσο
θα μπορούσαν να κινηθούν
οι τιμές, οι αναλυτές
εξετάζουν την τελευταία
περίοδο κατά την οποία η
παγκόσμια ζήτηση
πετρελαίου μειώθηκε κατά
περίπου 2% λόγω υψηλών
τιμών.
Σύμφωνα με αναλυτές της
Stifel,
αυτό συνέβη μεταξύ 2007
και 2009. Τότε η τιμή
του πετρελαίου είχε
εκτιναχθεί στα 147
δολάρια ανά βαρέλι, που
αντιστοιχούν σε περίπου
222 δολάρια σε σημερινές
τιμές.
Παρότι οι συνθήκες
εκείνης της περιόδου
ήταν διαφορετικές —καθώς
η παγκόσμια οικονομία
βρισκόταν στα πρόθυρα
της χρηματοπιστωτικής
κρίσης— το ιστορικό αυτό
παράδειγμα δείχνει πόσο
έντονα μπορούν να
κινηθούν οι τιμές όταν η
αγορά αντιμετωπίζει
σοβαρές διαταραχές στην
προσφορά.
Για να επαναληφθεί ένα
αντίστοιχο σενάριο θα
πρέπει να συντρέξουν
πολλοί αρνητικοί
παράγοντες ταυτόχρονα.
Παρ’ όλα αυτά, η
ιστορική σύγκριση
υποδηλώνει ότι ακόμη και
οι πιο απαισιόδοξες
εκτιμήσεις που
διατυπώνονται σήμερα
ίσως να υποτιμούν τα
πιθανά ακραία σενάρια
για την αγορά
πετρελαίου.
|