|
Σε ποιον γύρο
καταγράφονται οι
περισσότερες επιτυχίες
Τα τελευταία διαθέσιμα
στοιχεία δείχνουν ότι οι
πιθανότητες επιτυχούς
ολοκλήρωσης ενός
πλειστηριασμού
διαφοροποιούνται αισθητά
ανάλογα με τον γύρο της
διαδικασίας.
Στον πρώτο γύρο, το
ποσοστό επιτυχίας
ανέρχεται σε 28,1%, ενώ
στον δεύτερο υποχωρεί
στο 10,5%. Στον τρίτο
γύρο αυξάνεται στο 17,7%
και στον τέταρτο φθάνει
στο 24,1%.
Η ανάκαμψη του ποσοστού
επιτυχίας στους
μεταγενέστερους γύρους
συνδέεται πιθανώς με τη
χαμηλότερη τιμή
εκκίνησης, η οποία
μπορεί να καθιστά
ορισμένα ακίνητα πιο
ελκυστικά για τους
ενδιαφερόμενους. Η
προοπτική απόκτησης ενός
ακινήτου σε χαμηλότερο
τίμημα ενδέχεται να
αντισταθμίζει, σε
ορισμένες περιπτώσεις,
τους κινδύνους και τις
αβεβαιότητες της
διαδικασίας.
Παρά ταύτα, η συνολική
εικόνα παραμένει
προβληματική. Η
υποχώρηση του δείκτη
απορρόφησης υποδηλώνει
ότι η μεγάλη προσφορά
ακινήτων δεν συνοδεύεται
από αντίστοιχη αύξηση
των επιτυχημένων
πλειστηριασμών, ακόμη
και σε μια περίοδο κατά
την οποία η αγορά
κατοικίας συγκεντρώνει
έντονο επενδυτικό
ενδιαφέρον.
Αυξάνεται το μερίδιο των
κατοικιών στα ακίνητα
που βγαίνουν στο σφυρί
Ένα ακόμη αξιοσημείωτο
στοιχείο αφορά τη
σύνθεση των ακινήτων που
οδηγούνται σε
πλειστηριασμό. Οι
κατοικίες αντιπροσώπευαν
το 54% του συνόλου το
δεύτερο τρίμηνο του
2026, έναντι 45% το
2021, καταγράφοντας
σταθερή άνοδο τα
τελευταία χρόνια.
Η εξέλιξη αυτή
καταδεικνύει ότι ολοένα
μεγαλύτερο μέρος της
διαδικασίας αφορά
οικιστικά ακίνητα,
γεγονός που συνδέεται
άμεσα με το πρόβλημα της
υπερχρέωσης νοικοκυριών
και ιδιοκτητών.
Την ίδια στιγμή, οι
πράξεις πλειστηριασμού
που έχουν καταγραφεί από
το 2021 έως σήμερα
προσεγγίζουν συνολικά
τις 300.000, με τον
ετήσιο αριθμό να
διαμορφώνεται κατά μέσο
όρο περίπου στις 50.000.
Χρειάζεται, ωστόσο,
προσοχή στην ερμηνεία
των συγκεκριμένων
αριθμών. Οι πράξεις
πλειστηριασμού δεν
αντιστοιχούν απαραίτητα
σε ισάριθμα διαφορετικά
ακίνητα, καθώς το ίδιο
ακίνητο μπορεί να
οδηγηθεί επανειλημμένα
σε πλειστηριασμό, ακόμη
και τρεις ή τέσσερις
φορές.
Το γεγονός ότι ένα
σημαντικό απόθεμα
κατοικιών εξακολουθεί να
συνδέεται με υψηλές
οφειλές έχει ευρύτερες
συνέπειες για την αγορά.
Τα ακίνητα μπορεί να
παραμένουν υπό την
κατοχή των ιδιοκτητών
τους ή να περνούν στον
έλεγχο εταιρειών
διαχείρισης απαιτήσεων,
γνωστών ως
servicers,
χωρίς να αξιοποιούνται
άμεσα στην αγορά
κατοικίας.
Νομικές εκκρεμότητες και
πολυπλοκότητα
αποθαρρύνουν τους
αγοραστές
Παρά τον μεγάλο όγκο των
διαθέσιμων ακινήτων, η
αγορά μέσω
πλειστηριασμού
εξακολουθεί να
αντιμετωπίζει σημαντικά
εμπόδια για τους ιδιώτες
και τους επενδυτές.
Όπως είχε επισημάνει ο
Βασίλης Πάτρας,
διευθυντής ανάπτυξης της
Landea,
στο 4ο Real
Estate
Conference
που διοργάνωσαν το
Capital.gr
και το Forbes
Greece,
το 2025 καταγράφηκε
σημαντική γεωγραφική
μετατόπιση των αγορών
μέσω πλειστηριασμών. Για
πρώτη φορά, οι αγορές
στην Αττική και τη
Θεσσαλονίκη ξεπέρασαν
αθροιστικά εκείνες στην
υπόλοιπη Ελλάδα, σύμφωνα
με την τοποθέτησή του.
Ο ίδιος είχε αναφέρει
ότι τρία στα τέσσερα
ακίνητα που αποκτώνται
μέσω πλειστηριασμού
κατακυρώνονται στην
αρχική τιμή, αν και η
εικόνα διαφοροποιείται
ανάλογα με το είδος του
ακινήτου, όπως συμβαίνει
στην περίπτωση των
κατοικιών. Παράλληλα, η
Landea
διαθέτει 130.000
εγγεγραμμένους χρήστες,
στοιχείο που αποτυπώνει
το ενδιαφέρον για την
κατηγορία αυτή της
αγοράς.
Ωστόσο, η ύπαρξη
ενδιαφερόμενων αγοραστών
δεν συνεπάγεται
απαραίτητα και
ολοκλήρωση των
συναλλαγών. Έρευνα της
Landea
για τους λόγους που
αποθαρρύνουν τις αγορές
μέσω πλειστηριασμών
ανέδειξε ως βασικά
εμπόδια την ανασφάλεια
για ενδεχόμενες
δικαστικές και νομικές
εμπλοκές, τη δυσκολία
εντοπισμού ακινήτων στην
επιθυμητή τιμή και την
πολυπλοκότητα της
διαδικασίας.
Πρόκειται για προβλήματα
που, σύμφωνα με την
εταιρεία, παρέμεναν
ουσιαστικά τα ίδια και
σε αντίστοιχη έρευνα δύο
χρόνια νωρίτερα. Αυτό
υποδηλώνει ότι, παρά την
εξοικείωση περισσότερων
αγοραστών με τους
ηλεκτρονικούς
πλειστηριασμούς, τα
βασικά εμπόδια δεν έχουν
αντιμετωπιστεί
αποτελεσματικά.
Μειώθηκαν κατά 20,8% οι
αγορές μέσω
πλειστηριασμών το 2025
Τα στοιχεία της
Landea
αποτυπώνουν υποχώρηση
τόσο στον αριθμό των
ακινήτων που αποκτήθηκαν
μέσω πλειστηριασμού όσο
και στη συνολική αξία
των συναλλαγών το 2025.
Ειδικότερα, αποκτήθηκαν
9.876 ακίνητα, αριθμός
μειωμένος κατά 20,8% σε
σύγκριση με το 2024. Η
συνολική αξία των
συναλλαγών διαμορφώθηκε
σε 1,12 δισ. ευρώ,
καταγράφοντας πτώση
15,3% σε ετήσια βάση.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει
ότι η αγορά
πλειστηριασμών δεν
κινήθηκε παράλληλα με
την ευρύτερη δυναμική
της αγοράς ακινήτων,
όπου το ενδιαφέρον για
κατοικίες παραμένει
ισχυρό. Η μειωμένη
δραστηριότητα μπορεί να
συνδέεται με τις
δυσκολίες της
διαδικασίας, αλλά και με
την αναζήτηση ευκαιριών
σε περιοχές όπου οι
τιμές εκκίνησης είναι
περισσότερο προσιτές.
Στροφή στην περιφέρεια
με φόντο τις χαμηλότερες
τιμές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον
παρουσιάζει η γεωγραφική
κατανομή των αγορών. Για
πρώτη φορά από την
έναρξη των ηλεκτρονικών
πλειστηριασμών, η
πλειονότητα των ακινήτων
που αποκτήθηκαν το 2025
βρισκόταν στην
περιφέρεια.
Συγκεκριμένα, το 53,4%
των μεταβιβάσεων
πραγματοποιήθηκε εκτός
Αττικής και
Θεσσαλονίκης, με τις
χαμηλότερες τιμές σε
σχέση με τα δύο
μεγαλύτερα αστικά κέντρα
να αποτελούν έναν από
τους παράγοντες που
ενίσχυσαν το ενδιαφέρον.
Αντίθετα, οι αγορές μέσω
πλειστηριασμών στην
Αττική μειώθηκαν κατά
29,3% και στη
Θεσσαλονίκη κατά 26,1%.
Την ίδια στιγμή,
σημαντικές αυξήσεις
καταγράφηκαν σε
επιμέρους περιφερειακές
αγορές. Στα Γρεβενά οι
αγορές αυξήθηκαν κατά
118%, στη Φωκίδα κατά
91%, στην Κεφαλονιά κατά
74%, ενώ σε Ρέθυμνο και
Λάρισα η αύξηση ανήλθε
σε 46%.
Η μετατόπιση αυτή
υποδηλώνει ότι οι
αγοραστές αναζητούν
ολοένα περισσότερο
ευκαιρίες σε περιοχές με
χαμηλότερο κόστος
εισόδου. Δεν σημαίνει,
ωστόσο, ότι όλες οι
περιφερειακές αγορές
παρουσιάζουν τις ίδιες
προοπτικές, καθώς η
εμπορικότητα, η τοπική
ζήτηση και η δυνατότητα
αξιοποίησης του ακινήτου
παραμένουν καθοριστικοί
παράγοντες.
Σε ποιες τιμές
αγοράζονται οι κατοικίες
Τα στοιχεία για τις
τιμές απόκτησης δείχνουν
ότι η αγορά μέσω
πλειστηριασμών δεν
περιορίζεται
αποκλειστικά σε ακίνητα
πολύ χαμηλής αξίας.
Το 38,8% των κατοικιών
που αποκτήθηκαν το 2025
κατακυρώθηκε σε τιμή άνω
των 1.600 ευρώ ανά
τετραγωνικό μέτρο. Στον
αντίποδα, το 31,8% των
κατοικιών αγοράστηκε σε
τιμή χαμηλότερη των
1.100 ευρώ ανά
τετραγωνικό μέτρο.
Η κατανομή αυτή
αποτυπώνει τις
σημαντικές διαφορές
μεταξύ των ακινήτων που
διατίθενται μέσω
πλειστηριασμών, καθώς η
τελική τιμή επηρεάζεται
από τη γεωγραφική θέση,
τα χαρακτηριστικά του
ακινήτου και τις
συνθήκες που επικρατούν
στην τοπική αγορά.
Σε κάθε περίπτωση, η
χαμηλότερη τιμή
εκκίνησης δεν αποτελεί
από μόνη της εγγύηση
επενδυτικής ευκαιρίας.
Οι ενδεχόμενες νομικές
εκκρεμότητες, η
κατάσταση του ακινήτου
και το κόστος
αξιοποίησής του
εξακολουθούν να
επηρεάζουν την τελική
απόφαση του αγοραστή.
Η συνολική εικόνα
αναδεικνύει ένα παράδοξο
της ελληνικής αγοράς
ακινήτων: ενώ χιλιάδες
κατοικίες οδηγούνται σε
πλειστηριασμό και το
ενδιαφέρον των υποψήφιων
αγοραστών παραμένει
υπαρκτό, το ποσοστό
απορρόφησης υποχωρεί. Η
αντιμετώπιση των νομικών
και διαδικαστικών
εμποδίων, μαζί με τη
μεγαλύτερη διαφάνεια ως
προς την κατάσταση και
την αξιοποίηση των
ακινήτων, παραμένει
κρίσιμη προϋπόθεση για
να μετατραπεί η μεγάλη
προσφορά σε περισσότερες
πραγματικές συναλλαγές.
|