|
Οι
εξελίξεις αυτές
επιβάρυναν περαιτέρω τις
σχέσεις των ΗΠΑ με
βασικούς συμμάχους, όπως
η Ευρωπαϊκή Ένωση, η
Βρετανία και ο Καναδάς.
Για τους επενδυτές, το
διακύβευμα δεν
περιορίζεται στις
βραχυπρόθεσμες αγορές,
αλλά αγγίζει πλέον τη
συνολική αξιοπιστία των
μεταπολεμικών συμμαχιών,
αναζωπυρώνοντας το
ενδιαφέρον για διεθνή
assets εκτός Ηνωμένων
Πολιτειών.
Η
μετατόπιση αυτή
αποτυπώθηκε και στις
αγορές μετοχών. Τον
Ιανουάριο, οι
ανεπτυγμένες και
αναδυόμενες αγορές εκτός
ΗΠΑ σημείωσαν σαφώς
καλύτερες αποδόσεις σε
σχέση με την αμερικανική
αγορά. Ο δείκτης S&P 500
ενισχύθηκε λίγο πάνω από
1%, ενώ το iShares MSCI
Emerging Markets ETF
(EEM) κατέγραψε άνοδο
περίπου 8% σε όρους
δολαρίου. Παράλληλα, το
iShares Core MSCI
International Developed
Markets ETF (IDEV)
ενισχύθηκε πάνω από 4%
και το iShares MSCI ACWI
ex U.S. ETF (ACWX) πάνω
από 5%.
«Η
πολιτική των ΗΠΑ έχει
εξελιχθεί σε μια
τεράστια πηγή
αβεβαιότητας», σημειώνει
ο Stephen Kolano,
επικεφαλής επενδύσεων
της Integrated Partners.
Όπως εξηγεί, πέρα από το
παραδοσιακό risk
premium, οι αγορές
καλούνται πλέον να
ενσωματώσουν και ένα
πρόσθετο “νοητικό”
κόστος που σχετίζεται με
το εμπόριο, τις
εφοδιαστικές αλυσίδες
και τη διπλωματία, καθώς
καθίσταται ολοένα και
δυσκολότερο να
προβλεφθεί η επόμενη
κίνηση της Ουάσινγκτον.
Σε αυτό
το περιβάλλον, αρκετοί
διαχειριστές κεφαλαίων
στρέφουν την προσοχή
τους σε εξελίξεις εκτός
ΗΠΑ, όπως η πρόσφατη
συμφωνία ελεύθερου
εμπορίου μεταξύ
Ευρωπαϊκής Ένωσης και
Ινδίας, την οποία η
πρόεδρος της Κομισιόν
Ursula von der Leyen
χαρακτήρισε «τη μητέρα
όλων των συμφωνιών».
Παράλληλα, ο πρώην
πρόεδρος της Κομισιόν
Jose Manuel Barroso
περιέγραψε τη σημερινή
κατάσταση ως τη
χαμηλότερη στιγμή στις
σχέσεις ΗΠΑ–Ευρώπης από
την ίδρυση του ΝΑΤΟ, ενώ
ο Kolano υπενθύμισε τις
δεσμεύσεις κρατών-μελών
της Συμμαχίας για αύξηση
των αμυντικών δαπανών
στο 5% του ΑΕΠ έως το
2035.
Οι
πολιτικές εξελίξεις
άσκησαν πιέσεις και στα
αμερικανικά assets
συνολικά,
συμπεριλαμβανομένου του
δολαρίου. Μετά τις
απειλές για δασμούς με
αφορμή τη Γροιλανδία,
επανήλθε στο προσκήνιο
το trade “sell America”,
ενώ ενισχύθηκαν τα
παραδοσιακά ασφαλή
καταφύγια, όπως ο
χρυσός. Το δολάριο
υποχώρησε πάνω από 1%
μέσα στον Ιανουάριο και
κινείται περίπου 11%
χαμηλότερα από το υψηλό
των τελευταίων 52
εβδομάδων. Αν και
σημείωσε προσωρινή
ανάκαμψη μετά την
ανακοίνωση της
υποψηφιότητας του Kevin
Warsh για την προεδρία
της Federal Reserve, ο
Trump χαρακτήρισε
δημόσια την αδυναμία του
νομίσματος «εξαιρετική»,
πυροδοτώντας στη
συνέχεια τη μεγαλύτερη
ημερήσια πτώση του
δολαρίου από τον
περασμένο Απρίλιο.
Ο
Lawrence McDonald,
εκδότης του “The Bear
Traps Report”, εκτιμά
ότι οι κυβερνητικές
κινήσεις —από τις
επιχειρήσεις της ICE έως
την εμπορική πολιτική
και τη στάση απέναντι
στη Γροιλανδία— αυξάνουν
σημαντικά τη
μεταβλητότητα. Κατά την
άποψή του, οι απειλές
για δασμούς εντάσσονται
σε ένα «τρίτο κύμα»
απομάκρυνσης από το
δολάριο, μετά το πάγωμα
των ρωσικών αποθεματικών
το 2022 και τους
εκτεταμένους δασμούς του
Απριλίου 2025.
Αντίστοιχα, ο Dario
Perkins της TS Lombard
σημειώνει ότι, παρότι οι
εγχώριοι retail
επενδυτές συνέβαλαν στην
ανάκαμψη των
αμερικανικών μετοχών
μετά τα πρόσφατα
selloffs, οι διεθνείς
επενδυτές εμφανίζονται
σαφώς πιο επιφυλακτικοί
ως προς την αύξηση της
έκθεσής τους σε
δολαριακά assets και
εξετάζουν ενεργά
στρατηγικές
αντιστάθμισης κινδύνου.
Ενδεικτικά, δανικές
ασφαλιστικές εταιρείες
και συνταξιοδοτικά
ταμεία αύξησαν το
ποσοστό hedging για την
έκθεσή τους στο δολάριο
στο περίπου 74% τον
Απρίλιο του 2025, από
σχεδόν 68% έναν μήνα
νωρίτερα.
Παρότι
δεν παρατηρείται μαζική
φυγή από τα αμερικανικά
assets, καταγράφεται
αυξημένη απροθυμία για
ανάληψη δολαριακού
κινδύνου. Σύμφωνα με τον
Matthew Aks της Evercore
ISI, πρόσθετη πηγή
ανησυχίας αποτελεί το
ζήτημα της ανεξαρτησίας
της Federal Reserve και
το κατά πόσο οι
τρέχουσες αποτιμήσεις
ενσωματώνουν επαρκώς ένα
αυξημένο πολιτικό risk
premium. Η υποψηφιότητα
του Kevin Warsh, πρώην
διοικητή της Fed επί των
προεδριών George W. Bush
και Barack Obama,
εκλήφθηκε από τις αγορές
ως ένδειξη σχετικής
θεσμικής σταθερότητας
και προσήλωσης στη μάχη
κατά του πληθωρισμού,
υπό την προϋπόθεση ότι
θα λάβει την έγκριση της
Γερουσίας και θα
αναλάβει καθήκοντα τον
Μάιο.
Πηγή: CNBC
|