|
Στις ΗΠΑ, μεγάλοι
χρηματιστηριακοί
οργανισμοί έχουν ήδη
ξεκινήσει κινήσεις προς
αυτή την κατεύθυνση. Ο
Nasdaq
κατέθεσε αίτημα στις
αμερικανικές ρυθμιστικές
αρχές για επέκταση των
συναλλαγών σε 23 ώρες
ημερησίως τις εργάσιμες
ημέρες, ενώ ο CME
έχει ήδη εισαγάγει 24ωρη
διαπραγμάτευση για
παράγωγα και
options
που σχετίζονται με
κρυπτονομίσματα. Ωστόσο,
αρκετές τράπεζες και
μεγάλοι διαχειριστές
κεφαλαίων εμφανίζονται
επιφυλακτικοί απέναντι
σε αυτό το μοντέλο.
Ο Stephan
Leithner
υποστήριξε ότι η
υπερβολική επέκταση των
ωρών διαπραγμάτευσης
κινδυνεύει να διασπάσει
τη ρευστότητα σε
διαφορετικές χρονικές
ζώνες και χρονικά
παράθυρα, μειώνοντας την
αποτελεσματικότητα των
αγορών. Όπως ανέφερε, οι
μεγάλοι θεσμικοί
επενδυτές βασίζονται στη
συγκέντρωση υψηλής
ρευστότητας σε
συγκεκριμένες ώρες, ώστε
να μπορούν να εκτελούν
μεγάλες συναλλαγές με
μικρότερο κόστος και
περιορισμένες
διακυμάνσεις στις τιμές.
Ο επικεφαλής της
Deutsche
Boerse
σημείωσε ότι, αν και
τεχνικά είναι εφικτή η
συνεχής λειτουργία των
αγορών, η πραγματική
ζήτηση για τέτοιου
είδους συναλλαγές
παραμένει αμφίβολη,
ειδικά από μεγάλους
επενδυτές. Όπως
χαρακτηριστικά ανέφερε,
δύσκολα μπορεί να
φανταστεί κανείς
μεγάλους διαχειριστές
κεφαλαίων να
πραγματοποιούν
σημαντικές συναλλαγές
ένα βράδυ Κυριακής μέσα
στον Αύγουστο, όταν η
αγορά στερείται βάθους
και συγκεντρωμένης
ρευστότητας.
Την ίδια στιγμή, στην
Ευρώπη εντείνεται η
ανησυχία για τη σταδιακή
αποδυνάμωση των
ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών
έναντι των ΗΠΑ.
Ευρωπαίοι αξιωματούχοι
και οικονομικοί
παράγοντες εκφράζουν
προβληματισμό για τη
διάσπαση της
διαπραγμάτευσης σε
εκατοντάδες διαφορετικές
πλατφόρμες, γεγονός που
περιορίζει τη διαφάνεια
και αποδυναμώνει τα
οργανωμένα
χρηματιστήρια.
Σύμφωνα με τον
Leithner,
στην Ευρώπη λειτουργούν
περίπου 500 χώροι
διαπραγμάτευσης μετοχών,
αλλά μόνο ένα μικρό
μέρος αυτών αποτελεί
παραδοσιακά
χρηματιστήρια. Μεγάλο
τμήμα της δραστηριότητας
έχει μεταφερθεί σε
ιδιωτικές πλατφόρμες
γνωστές ως “dark
pools”,
όπου πραγματοποιούνται
συναλλαγές μεγάλων
πακέτων με περιορισμένη
δημοσιότητα.
Οι πλατφόρμες αυτές
επιτρέπουν κυρίως σε
θεσμικούς επενδυτές να
εκτελούν μεγάλες εντολές
χωρίς να επηρεάζουν
άμεσα τις τιμές της
αγοράς, περιορίζοντας
έτσι τον αντίκτυπο που
θα είχε μια δημόσια
συναλλαγή μεγάλου όγκου.
Η μετατόπιση αυτή έχει
συμβάλει στη συρρίκνωση
του μεριδίου της Ευρώπης
στις παγκόσμιες
συναλλαγές μετοχών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
που παρουσίασε ο
Leithner,
το ποσοστό των
συναλλαγών που
πραγματοποιούνται στις
δημόσιες ευρωπαϊκές
αγορές έχει μειωθεί
σημαντικά τις τελευταίες
δύο δεκαετίες, ενώ οι
αμερικανικές αγορές
διατηρούν σαφώς
ισχυρότερη θέση.
Όπως υποστήριξε, η
ενίσχυση της διαφάνειας
και η επιστροφή της
ρευστότητας προς τις
οργανωμένες αγορές θα
μπορούσε να επιτευχθεί
μέσα από κατάλληλες
ρυθμιστικές παρεμβάσεις
και όχι απαραίτητα μέσω
συγχωνεύσεων μεταξύ
χρηματιστηρίων.
Παράλληλα, και άλλοι
ευρωπαϊκοί
χρηματιστηριακοί
οργανισμοί, όπως το
LSEG,
εξετάζουν τις
δυνατότητες επέκτασης
των ωρών συναλλαγών,
ωστόσο ξεκαθαρίζουν ότι
οποιαδήποτε αλλαγή θα
εξαρτηθεί από τις
ανάγκες των επενδυτών
και θα προηγηθεί
διαβούλευση με τους
συμμετέχοντες της
αγοράς.
|