|
Για το 2027, ο στόχος
παραμένει επίσης
ανάπτυξη 2%,
με τον πληθωρισμό να
υποχωρεί αλλά να
παραμένει στο
2,8%.
Πληθωρισμός έως 3,8% το
2026
Η σημαντικότερη αλλαγή
στις παραδοχές του νέου
προϋπολογισμού αφορά τον
πληθωρισμό.
Η αρχική πρόβλεψη για το
2026 τοποθετούσε την
αύξηση των τιμών στο
3,2%,
όμως πλέον το οικονομικό
επιτελείο κινείται στην
περιοχή του
3,6%-3,8%.
Η αναθεώρηση αυτή έχει
άμεση επίπτωση και στο
ονομαστικό ΑΕΠ.
Με πραγματική ανάπτυξη
2% και πληθωρισμό κοντά
στο 3,8%, το ονομαστικό
ΑΕΠ αναμένεται να
διαμορφωθεί περίπου στα
262-263 δισ.
ευρώ, υψηλότερα
από τις προηγούμενες
εκτιμήσεις.
Το στοιχείο αυτό έχει
ιδιαίτερη σημασία και
για το δημόσιο χρέος,
καθώς η αύξηση του
ονομαστικού ΑΕΠ
λειτουργεί ως ισχυρός
παράγοντας αποκλιμάκωσης
του λόγου χρέους προς
ΑΕΠ.
Γιατί η ανάπτυξη
επιμένει στο 2%
Παρά την αναθεώρηση του
πληθωρισμού, το
οικονομικό επιτελείο δεν
υποβαθμίζει την πρόβλεψη
για την πραγματική
ανάπτυξη.
Η βασική εκτίμηση
παραμένει στο 2%
για το 2026,
στηριζόμενη σε μια σειρά
παραγόντων.
Πρώτον, η τουριστική
δραστηριότητα
εξακολουθεί να προσφέρει
σημαντική στήριξη στην
οικονομία.
Δεύτερον, οι επενδύσεις
παραμένουν αυξημένες, με
το Ταμείο
Ανάκαμψης να
επιταχύνει την
εκταμίευση πόρων στους
τελευταίους μήνες της
εφαρμογής του.
Τρίτον, σημαντικό ρόλο
αναμένεται να παίξουν τα
μέτρα στήριξης που θα
περάσουν στην πραγματική
οικονομία πριν από το
τέλος του έτους.
Μόνο τον Νοέμβριο
αναμένεται να
διοχετευθούν περισσότερα
από 1,2 δισ.
ευρώ μέσω των
μέτρων ενίσχυσης των
συνταξιούχων και της
επιστροφής ενοικίου.
Η αυξημένη κατανάλωση
που μπορεί να
προκαλέσουν αυτά τα
μέτρα λειτουργεί ως
αντίβαρο στην απώλεια
αγοραστικής δύναμης που
προκαλεί ο πληθωρισμός.
Το τέλος του Ταμείου
Ανάκαμψης αλλάζει το
μείγμα
Ένα από τα μεγαλύτερα
προβλήματα για το 2027
είναι ότι η ελληνική
οικονομία θα πρέπει να
λειτουργήσει χωρίς την
ίδια επενδυτική ώθηση
από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Τα διαθέσιμα κεφάλαια
προς επένδυση από τον
κρατικό προϋπολογισμό
υπολογίζεται ότι θα
μειωθούν από περίπου
17 δισ. ευρώ το
2026 σε 11 δισ. ευρώ το
2027.
Η διαφορά των περίπου
6 δισ. ευρώ
αποτελεί σημαντική
πρόκληση για τη
διατήρηση του ρυθμού
ανάπτυξης.
Γι' αυτό και η
ανθεκτικότητα των
ιδιωτικών επενδύσεων, η
κατανάλωση και η
αξιοποίηση των
διαθέσιμων ευρωπαϊκών
πόρων θα αποκτήσουν
ακόμη μεγαλύτερη
σημασία.
Το χρέος κάτω από το
137% του ΑΕΠ
Παρά τις πιέσεις από τις
διεθνείς αγορές
ομολόγων, η Ελλάδα
αναμένεται να συνεχίσει
την εντυπωσιακή
αποκλιμάκωση του λόγου
χρέους προς ΑΕΠ.
Το ονομαστικό ύψος του
δημόσιου χρέους
εκτιμάται ότι θα
διαμορφωθεί στο τέλος
του 2026 περίπου στα
358 δισ. ευρώ.
Ωστόσο, λόγω της αύξησης
του ονομαστικού ΑΕΠ, ο
λόγος χρέους προς ΑΕΠ
αναμένεται να υποχωρήσει
στο 136,5% ή και
χαμηλότερα.
Εφόσον επιβεβαιωθεί η
εκτίμηση, η Ελλάδα θα
βρεθεί για πρώτη φορά
μετά το ξέσπασμα της
δημοσιονομικής κρίσης
κάτω από την
Ιταλία ως προς
τον συγκεκριμένο δείκτη.
Η μείωση σε σχέση με το
2025 αναμένεται να
προσεγγίσει τις
10 ποσοστιαίες μονάδες,
επιβεβαιώνοντας την
ταχύτητα με την οποία
περιορίζεται το βάρος
του χρέους ως ποσοστό
της οικονομίας.
Το 2027: ΑΕΠ 275 δισ.
ευρώ και χρέος στο 130%
Για το 2027, η βασική
παραδοχή του προσχεδίου
είναι ότι η πραγματική
ανάπτυξη θα παραμείνει
στο 2%,
ενώ ο πληθωρισμός θα
υποχωρήσει στο
2,8%.
Και αυτή η πρόβλεψη
είναι πλέον υψηλότερη σε
σχέση με τις
προηγούμενες εκτιμήσεις,
ακολουθώντας τις
αναθεωρήσεις που έχουν
γίνει σε ευρωπαϊκό
επίπεδο.
Ο συνδυασμός ανάπτυξης
και πληθωρισμού οδηγεί
σε ονομαστική αύξηση του
ΑΕΠ περίπου 4,8%.
Έτσι, το ονομαστικό ΑΕΠ
της Ελλάδας αναμένεται
να φτάσει περίπου τα
275 δισ. ευρώ το
2027,
καταγράφοντας νέο
ιστορικό υψηλό.
Την ίδια στιγμή, ο λόγος
χρέους προς ΑΕΠ
προβλέπεται να
υποχωρήσει περαιτέρω,
στην περιοχή του
130%.
|
|
2026
|
2027
|
|
Πραγματική
ανάπτυξη
|
2%
|
2%
|
|
Πληθωρισμός
|
3,6%-3,8%
|
2,8%
|
|
Ονομαστικό ΑΕΠ
|
262-263
δισ. €
|
275 δισ.
€
|
|
Χρέος/ΑΕΠ
|
136,5% ή
χαμηλότερα
|
~130%
|
|
Πρωτογενές
πλεόνασμα
|
~3,2%
|
>3%
|
Πρωτογενή πλεονάσματα
πάνω από 3%
Σε δημοσιονομικό
επίπεδο, η Ελλάδα
εξακολουθεί να διατηρεί
τον πήχη ψηλά.
Το πρωτογενές πλεόνασμα
αναμένεται να παραμείνει
πάνω από το 3%
του ΑΕΠ και το 2027,
ενώ για το 2026 η
πρόβλεψη παραμένει κοντά
στο 3,2%.
Δεν αποκλείεται μάλιστα
το τελικό αποτέλεσμα του
2026 να είναι υψηλότερο,
καθώς υπάρχουν ενδείξεις
για υπεραπόδοση εσόδων.
Στους παράγοντες που
μπορούν να οδηγήσουν σε
υψηλότερο αποτέλεσμα
περιλαμβάνονται οι
επιδόσεις των
ασφαλιστικών ταμείων και
των δήμων, αλλά και τα
αυξημένα φορολογικά
έσοδα που προκαλεί ο
υψηλότερος πληθωρισμός.
Εδώ βρίσκεται και το
βασικό επιχείρημα της
ελληνικής πλευράς
απέναντι στους
ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Από τη στιγμή που η
Ελλάδα εμφανίζει σταθερή
δυνατότητα παραγωγής
υψηλών πρωτογενών
πλεονασμάτων, επιδιώκει
να αποκτήσει μεγαλύτερο
περιθώριο για τη
διοχέτευση μέρους της
υπεραπόδοσης στην
οικονομία, με στόχο τη
στήριξη των νοικοκυριών
και της κατανάλωσης.
Το
μεγάλο στοίχημα
Το προσχέδιο του
προϋπολογισμού για το
2027 ξεκινά, επομένως,
με μια σχετικά αισιόδοξη
παραδοχή: η
Ελλάδα μπορεί να
διατηρήσει ανάπτυξη 2%
παρά τον υψηλότερο
πληθωρισμό και την
υποχώρηση της
επενδυτικής ώθησης από
το Ταμείο Ανάκαμψης.
Το μεγάλο στοίχημα είναι
εάν αυτή η ισορροπία
μπορεί να διατηρηθεί.
Η ενεργειακή κρίση
μπορεί να οδηγήσει σε
νέες αναθεωρήσεις του
πληθωρισμού, τα
υψηλότερα επιτόκια
αυξάνουν το κόστος
χρηματοδότησης και το
2027 η οικονομία θα
πρέπει να λειτουργήσει
με αισθητά λιγότερους
ευρωπαϊκούς πόρους.
Από την άλλη πλευρά, η
ισχυρή δημοσιονομική
επίδοση, η αποκλιμάκωση
του χρέους, η τουριστική
δραστηριότητα, οι
επενδύσεις και η
ενίσχυση της κατανάλωσης
δημιουργούν ένα
σημαντικό «μαξιλάρι».
Το τελικό κείμενο του
προϋπολογισμού τον
Νοέμβριο θα είναι,
συνεπώς, ιδιαίτερα
κρίσιμο, καθώς μέχρι
τότε θα έχει φανεί εάν ο
πληθωρισμός θα κινηθεί
προς το πάνω ή το κάτω
άκρο των νέων εκτιμήσεων
και, κυρίως, εάν η
ελληνική οικονομία
μπορεί να διατηρήσει τον
ρυθμό ανάπτυξης του
2% σε ένα σαφώς
δυσκολότερο διεθνές
περιβάλλον.
|