|
1. Συνταξιούχοι:
Αυξήσεις έως 2,9% και
κατάργηση της προσωπικής
διαφοράς
Η πορεία του
πληθωρισμού, που δέχεται
νέες πιέσεις από την
άνοδο των ενεργειακών
τιμών, θα καθορίσει σε
σημαντικό βαθμό το ύψος
των αυξήσεων στις
συντάξεις που αναμένεται
να καταβληθούν λίγο πριν
από τα Χριστούγεννα. Οι
δικαιούχοι υπολογίζονται
σε περίπου 2,5
εκατομμύρια.
Σύμφωνα με τις
προβλέψεις του
προσχεδίου του
Προϋπολογισμού, ο
πληθωρισμός για το 2026
αναμένεται να
διαμορφωθεί στο 3,8%,
ενώ ο ρυθμός ανάπτυξης
εκτιμάται στο 2%.
Με βάση τον ισχύοντα
μαθηματικό τύπο, σύμφωνα
με τον οποίο η ετήσια
αύξηση των συντάξεων
προκύπτει από τον μέσο
όρο του πληθωρισμού και
της ανάπτυξης, η
αναπροσαρμογή για το
2027 υπολογίζεται μεταξύ
2,8% και 2,9%.
Εφόσον επιβεβαιωθεί το
σενάριο αύξησης κατά
2,8%, η μέση σύνταξη
γήρατος, από τα 975 ευρώ
μεικτά σήμερα, θα
ανέλθει στα 1.002,30
ευρώ. Για μια σύνταξη
600 ευρώ, η μηνιαία
ενίσχυση θα φτάσει τα
16,80 ευρώ, ενώ για
σύνταξη 2.500 ευρώ θα
ανέλθει στα 70 ευρώ,
εφόσον εφαρμοστεί αύξηση
2,8%. Με ποσοστό 2,6%,
αντίθετα, η αντίστοιχη
αύξηση θα ήταν 65 ευρώ.
Σε ετήσια βάση, οι
χαμηλοσυνταξιούχοι
εκτιμάται ότι θα έχουν
όφελος περίπου 202 ευρώ,
ενώ για τις μεσαίες
συντάξεις η πρόσθετη
ετήσια ενίσχυση
υπολογίζεται μεταξύ 300
και 450 ευρώ. Για
συντάξεις έως 2.000
ευρώ, το ετήσιο όφελος
μπορεί να φτάσει έως τα
630 ευρώ, ενώ για
αποδοχές άνω των 2.700
ευρώ οι συνολικές
ετήσιες αυξήσεις
εκτιμώνται σε περίπου
850 ευρώ, ανάλογα με το
τελικό ποσοστό
αναπροσαρμογής.
Η αύξηση αναμένεται να
είναι υψηλότερη από το
2,4% που χορηγήθηκε το
2026. Ωστόσο, εάν ο
πληθωρισμός παραμείνει
στο 3,8%, οι συντάξεις
θα εξακολουθήσουν να
αυξάνονται με βραδύτερο
ρυθμό από τις τιμές, με
αποτέλεσμα να μην
αντισταθμίζεται πλήρως η
απώλεια αγοραστικής
δύναμης.
Αντίστοιχη αναπροσαρμογή
προβλέπεται και για την
εθνική σύνταξη, τόσο για
τους ήδη συνταξιούχους
όσο και για όσους
αποχωρήσουν από την
εργασία τους μέσα στο
2027. Με βάση αύξηση
2,8%, το ποσό της θα
διαμορφωθεί στα 458,48
ευρώ, από 446 ευρώ
σήμερα.
Καθοριστική αλλαγή
αποτελεί και η πλήρης
κατάργηση της προσωπικής
διαφοράς. Περίπου
670.000 συνταξιούχοι
αναμένεται έτσι να
ενταχθούν για πρώτη φορά
στον κύκλο των
πραγματικών αυξήσεων,
βλέποντας το όφελος να
αποτυπώνεται στις
μηνιαίες καταβολές τους.
Παράλληλα, το προσχέδιο
του Προϋπολογισμού
περιλαμβάνει την
οικονομική ενίσχυση των
400 ευρώ που θα
καταβληθεί τον Νοέμβριο,
καθώς και την κατάργηση
της περικοπής κατά 50%
στις συντάξεις χηρείας
μετά τη συμπλήρωση της
τριετίας.
Η ενίσχυση των 400 ευρώ
προβλέπεται να αποκτήσει
μόνιμο χαρακτήρα για το
σύνολο των συνταξιούχων
ηλικίας 65 ετών και άνω,
χωρίς εισοδηματικά
κριτήρια. Με την
επέκταση αυτή, οι
δικαιούχοι αυξάνονται
κατά περίπου 270.000,
φτάνοντας τα 2,2
εκατομμύρια, ενώ το
συνολικό δημοσιονομικό
κόστος υπολογίζεται σε
879 εκατ. ευρώ.
Στους δικαιούχους
περιλαμβάνονται επίσης
συνταξιούχοι άνω των 60
ετών που λαμβάνουν
αποκλειστικά σύνταξη
λόγω θανάτου, άτομα με
αναπηρία ανεξαρτήτως
ηλικίας και ανασφάλιστοι
υπερήλικες.
2. Μισθωτοί: Ονομαστικές
αυξήσεις 3,9% το 2027
Θετική αναμένεται να
είναι η εξέλιξη των
μισθών και το 2027,
σύμφωνα με τις
προβλέψεις του
Προϋπολογισμού. Οι
ονομαστικές αμοιβές
εξαρτημένης εργασίας ανά
εργαζόμενο εκτιμάται ότι
θα αυξηθούν κατά 3,9%,
έναντι 3,7% το 2026.
Σε επίπεδο συνολικών
αμοιβών εξαρτημένης
εργασίας,
συμπεριλαμβανομένων των
σχετικών κρατήσεων, η
αύξηση προβλέπεται να
ανέλθει στο 4,6%, από
4,4% την προηγούμενη
χρονιά.
Στην εξέλιξη αυτή
αναμένεται να συμβάλουν
η νέα αναπροσαρμογή του
κατώτατου μισθού, οι
αντίστοιχες αυξήσεις
στις αποδοχές των
δημοσίων υπαλλήλων, αλλά
και η θέσπιση επιδόματος
εορτών Χριστουγέννων για
τους δημοσίους
υπαλλήλους και
λειτουργούς από το 2027.
Σε πραγματικούς όρους,
πάντως, η αύξηση των
αμοιβών ανά εργαζόμενο
εκτιμάται ότι θα
περιοριστεί στο 1,4%,
καθώς η ονομαστική
άνοδος των μισθών θα
πρέπει να συνυπολογιστεί
με την εξέλιξη του
πληθωρισμού.
Στο μέτωπο του κατώτατου
μισθού, ο σχεδιασμός
προβλέπει σταδιακές
αυξήσεις, με στόχο να
φτάσει τα 1.000 ευρώ
μεικτά έως το 2028. Για
εργαζομένους που
δικαιούνται τριετίες, οι
συνολικές μεικτές
αποδοχές μπορούν να
ανέλθουν στα 1.300 ευρώ.
Επιπλέον, από την 1η
Απριλίου 2027
προβλέπεται μείωση κατά
0,5 ποσοστιαία μονάδα
στις ασφαλιστικές
εισφορές των εργαζομένων
στον ιδιωτικό τομέα,
μέσω των εισφορών υπέρ
της ΔΥΠΑ.
Το δημοσιονομικό κόστος
της παρέμβασης
υπολογίζεται σε 163
εκατ. ευρώ για το 2027
και σε 218 εκατ. ευρώ
για το 2028. Μετά τη
μείωση, το συνολικό
ποσοστό ασφαλιστικών
εισφορών εκτιμάται ότι
θα υποχωρήσει στο
34,66%, με το μερίδιο
του εργαζομένου να
διαμορφώνεται στο 12,87%
και εκείνο του εργοδότη
στο 21,79%.
3. Ρύθμιση οφειλών στον
ΕΦΚΑ: Η δυνατότητα των
120 δόσεων
Θετικά αντιμετωπίζουν οι
εκπρόσωποι της αγοράς τη
δυνατότητα ρύθμισης
οφειλών προς τον ΕΦΚΑ σε
έως 120 μηνιαίες δόσεις.
Η συγκεκριμένη παρέμβαση
εκτιμάται ότι μπορεί να
βελτιώσει τη ρευστότητα
χιλιάδων μικρομεσαίων
επιχειρήσεων και
επαγγελματιών,
μειώνοντας το ύψος της
μηνιαίας επιβάρυνσης.
Σύμφωνα με τον δικηγόρο
και εργατολόγο Γιώργο
Κουτσούκο, βασική
παράμετρος για την
αξιοποίηση του μέγιστου
αριθμού δόσεων είναι το
ύψος της οφειλής, καθώς
η μηνιαία καταβολή δεν
μπορεί να υποχωρήσει
κάτω από τα 30 ευρώ.
Όπως επισημαίνει, το
κατώτατο όριο αποτρέπει
τη δημιουργία ρυθμίσεων
με υπερβολικά μικρές
μηνιαίες πληρωμές, οι
οποίες θα οδηγούσαν σε
αποπληρωμή των χρεών σε
πολύ μεγάλο χρονικό
διάστημα.
Για οφειλές άνω των
3.600 ευρώ μπορεί να
αξιοποιηθεί το σύνολο
των 120 δόσεων, ενώ για
μικρότερα ποσά ο αριθμός
των δόσεων θα
περιορίζεται, ώστε η
μηνιαία καταβολή να
διατηρείται τουλάχιστον
στα 30 ευρώ, χωρίς να
συνυπολογίζονται τυχόν
πρόσθετοι τόκοι.
Ενδεικτικά, για αρχική
οφειλή 3.600 ευρώ, η
αποπληρωμή σε 72 δόσεις
αντιστοιχεί σε περίπου
50 ευρώ τον μήνα, πριν
από τυχόν πρόσθετες
επιβαρύνσεις. Με την
επέκταση της περιόδου
αποπληρωμής στις 120
δόσεις, η βασική μηνιαία
καταβολή περιορίζεται
στα 30 ευρώ, επίσης πριν
από τους αναλογούντες
τόκους.
Η επιμήκυνση του χρόνου
εξόφλησης μπορεί να
προσφέρει ουσιαστική
διευκόλυνση στους
οφειλέτες, καθώς μειώνει
τις άμεσες μηνιαίες
ανάγκες ρευστότητας. Το
τελικό όφελος, ωστόσο,
εξαρτάται από τους όρους
της ρύθμισης και τις
επιβαρύνσεις που θα
εφαρμοστούν.
4. Ελεύθεροι
επαγγελματίες: Αυξήσεις
εισφορών με βάση τον
πληθωρισμό
Στην αντίθετη πλευρά
βρίσκονται οι ελεύθεροι
επαγγελματίες και οι
αυτοαπασχολούμενοι, οι
οποίοι αναμένεται να
επιβαρυνθούν από την
αναπροσαρμογή των
ασφαλιστικών εισφορών το
2027.
Εφόσον η αύξηση κινηθεί
στο επίπεδο του
προβλεπόμενου
πληθωρισμού, δηλαδή στο
3,8%, η εισφορά της
πρώτης ασφαλιστικής
κατηγορίας θα αυξηθεί
από τα 250,77 ευρώ που
είναι σήμερα σε περίπου
260 ευρώ τον μήνα.
Την πρώτη κατηγορία
επιλέγει περίπου το 80%
των ασφαλισμένων,
γεγονός που σημαίνει ότι
η αναπροσαρμογή θα
επηρεάσει άμεσα τη
μεγάλη πλειονότητα των
επαγγελματιών. Στις
υψηλότερες ασφαλιστικές
κατηγορίες, οι μηνιαίες
επιβαρύνσεις θα είναι
μεγαλύτερες.
Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται
να ενισχύσει την τάση
επιλογής της χαμηλότερης
ασφαλιστικής κατηγορίας,
καθώς αρκετοί
ασφαλισμένοι θα
επιδιώξουν να
περιορίσουν τις σταθερές
μηνιαίες υποχρεώσεις
τους. Μια τέτοια
επιλογή, βέβαια, έχει
συνέπειες και στο ύψος
των μελλοντικών
συνταξιοδοτικών παροχών.
Σε εκκρεμότητα παραμένει
η εναλλακτική σύνδεση
των ασφαλιστικών
εισφορών με τον δείκτη
μισθών, η εφαρμογή της
οποίας έχει αναβληθεί
δύο φορές. Εφόσον τελικά
ενεργοποιηθεί, οι
αναπροσαρμογές ενδέχεται
να είναι υψηλότερες από
εκείνες που προκύπτουν
με βάση τον πληθωρισμό.
Σύμφωνα με τα τελευταία
στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, οι
αμοιβές αυξήθηκαν κατά
4,5% το δεύτερο τρίμηνο
του 2026. Το ποσοστό
αυτό υποδηλώνει ότι η
σύνδεση των εισφορών με
την εξέλιξη των μισθών
θα μπορούσε να οδηγήσει
σε μεγαλύτερη επιβάρυνση
για περίπου 1,4
εκατομμύρια
επαγγελματίες και
αυτοαπασχολουμένους που
καταβάλλουν εισφορές
στον ΕΦΚΑ.
Ο Προϋπολογισμός του
2027 διαμορφώνει,
επομένως, μια
διαφορετική εικόνα ανά
κατηγορία ασφαλισμένων
και εργαζομένων. Οι
αυξήσεις στις συντάξεις
και στους μισθούς, οι
μειώσεις εισφορών για
τους μισθωτούς και οι
διευκολύνσεις στην
αποπληρωμή χρεών
δημιουργούν περιθώρια
ενίσχυσης των
εισοδημάτων. Για τους
ελεύθερους
επαγγελματίες, αντίθετα,
η άνοδος των
ασφαλιστικών εισφορών
προσθέτει ένα ακόμη
κόστος σε μια περίοδο
κατά την οποία η
ακρίβεια εξακολουθεί να
πιέζει τα οικονομικά
νοικοκυριών και
επιχειρήσεων.
|