|
Το ερώτημα πλέον είναι
διαφορετικό:
πόσο καιρό μπορεί να
διατηρηθεί αυτή η
ισορροπία;
Η απάντηση έχει τεράστια
σημασία για την
παγκόσμια οικονομία,
καθώς τα Στενά του
Ορμούζ παραμένουν
κρίσιμο σημείο για τη
διεθνή διακίνηση
πετρελαίου και φυσικού
αερίου. Η κυκλοφορία
έχει αποκατασταθεί μόνο
εν μέρει και, σύμφωνα με
το CNN,
η διέλευση ορισμένων
δεξαμενόπλοιων απαιτεί
πλέον συνοδεία του
αμερικανικού Πολεμικού
Ναυτικού και ακόμη και
απενεργοποίηση των
συστημάτων εντοπισμού
τους.
Γιατί το πετρέλαιο δεν
έχει εκτοξευθεί
Η αγορά έχει αποδειχθεί
πολύ πιο ανθεκτική από
ό,τι περίμεναν οι
αναλυτές στην αρχή της
σύγκρουσης.
Η JPMorgan
εντοπίζει τρεις βασικούς
λόγους.
Πρώτον, το πετρέλαιο
βρίσκει εναλλακτικές
διαδρομές.
Η Σαουδική Αραβία
χρησιμοποιεί αγωγούς για
να μεταφέρει μέρος της
παραγωγής της προς
λιμάνια που δεν
εξαρτώνται από τα Στενά
του Ορμούζ, ενώ άλλες
χώρες προσπαθούν να
αυξήσουν την παραγωγή
τους.
Παράλληλα, η αμερικανική
στρατιωτική παρουσία
στην περιοχή έχει
καταστήσει δυνατή την
περιορισμένη διέλευση
δεξαμενόπλοιων από τα
Στενά. Η διαδικασία όμως
απέχει πολύ από την
κανονικότητα και απαιτεί
σημαντική στρατιωτική
υποστήριξη.
Όπως χαρακτηριστικά
επισημαίνουν αναλυτές
της αγοράς, «τα
βαρέλια βρίσκουν τρόπο
να ρέουν».
Δεύτερον, τα παγκόσμια
αποθέματα πετρελαίου
λειτουργούν ως μαξιλάρι.
Οι περισσότερες χώρες,
με εξαίρεση κυρίως τις
ΗΠΑ και την Κίνα, έχουν
χρησιμοποιήσει μικρότερο
μέρος των αποθεμάτων
τους από όσο αρχικά
αναμενόταν. Αυτό
σημαίνει ότι υπάρχει
ακόμη ένα σημαντικό
απόθεμα ασφαλείας που
μπορεί να χρησιμοποιηθεί
εάν η κατάσταση
επιδεινωθεί.
Τρίτον, η ζήτηση έχει
μειωθεί δραστικά.
Η παγκόσμια κατανάλωση
πετρελαίου έχει
περιοριστεί σημαντικά,
καθώς υψηλές τιμές,
μειωμένες μετακινήσεις,
μεγαλύτερη χρήση
ηλεκτρικών αυτοκινήτων
και η επιβράδυνση σε
σημαντικές οικονομίες
έχουν περιορίσει τη
ζήτηση.
Η Κίνα αποτελεί
ιδιαίτερα σημαντικό
παράγοντα. Οι εισαγωγές
της παραμένουν
εκατομμύρια βαρέλια την
ημέρα χαμηλότερα από τα
προπολεμικά επίπεδα, ενώ
η χώρα διαθέτει τεράστια
αποθέματα.
Έτσι δημιουργήθηκε μια
νέα ισορροπία: απέναντι
σε μια πολύ μεγάλη
απώλεια προσφοράς, η
αγορά έχει αντιδράσει με
εναλλακτικές διαδρομές,
αποθέματα και μικρότερη
ζήτηση.
Η ισορροπία όμως είναι
εύθραυστη
Το πρόβλημα είναι ότι οι
μηχανισμοί αυτοί δεν
είναι ανεξάντλητοι.
Οι ΗΠΑ και η Κίνα έχουν
χρησιμοποιήσει σημαντικό
μέρος των αποθεμάτων
τους. Στο Cushing
της Οκλαχόμα, τον
σημαντικότερο κόμβο
αποθήκευσης αργού στις
ΗΠΑ, τα αποθέματα είχαν
υποχωρήσει σε επίπεδα
που πλησίαζαν τα
λειτουργικά ελάχιστα,
πριν ανακάμψουν ελαφρά
τις τελευταίες
εβδομάδες.
Εάν ο πόλεμος συνεχιστεί
για μεγάλο χρονικό
διάστημα, τα αποθέματα
θα συνεχίσουν να
μειώνονται. Και όταν το
διαθέσιμο «μαξιλάρι»
περιοριστεί αρκετά, η
αγορά θα γίνει πολύ πιο
ευάλωτη σε κάθε νέα
διαταραχή.
Τότε δεν θα χρειάζεται
καν μια τεράστια νέα
απώλεια παραγωγής για να
εκτοξευθούν οι τιμές.
Αρκεί ένα νέο χτύπημα σε
υποδομές, μια επίθεση σε
δεξαμενόπλοια ή μια νέα
διακοπή στις εξαγωγές.
Το μεγάλο ερώτημα είναι
το Ορμούζ
Η μεγαλύτερη αδυναμία
της σημερινής αγοράς
είναι ότι οι
εναλλακτικές λύσεις δεν
μπορούν να
αντικαταστήσουν πλήρως
τα Στενά του Ορμούζ.
Η σημερινή λειτουργία
της αγοράς βασίζεται σε
μεγάλο βαθμό σε μια
εξαιρετικά δύσκολη
στρατιωτική και εμπορική
επιχείρηση.
Δεξαμενόπλοια περνούν με
συνοδεία, σε ορισμένες
περιπτώσεις με
απενεργοποιημένα
συστήματα εντοπισμού,
ενώ οι ροές παραμένουν
πολύ χαμηλότερες από τα
προπολεμικά επίπεδα.
«Δεν είναι το αόρατο
χέρι της αγοράς. Είναι ο
στρατός που βρίσκει
τρόπο», είναι ουσιαστικά
το μήνυμα που μεταφέρουν
αναλυτές της αγοράς.
Και αυτό δημιουργεί ένα
ακόμη πρόβλημα:
η στρατιωτική επιχείρηση
δεν μπορεί να θεωρηθεί
μόνιμη λύση.
Η αμερικανική
στρατιωτική παρουσία
στην περιοχή είναι
εξαιρετικά δαπανηρή και
απαιτεί σημαντικούς
πόρους. Όσο περισσότερο
διαρκεί ο πόλεμος, τόσο
μεγαλύτερη γίνεται η
αβεβαιότητα για το εάν
μπορεί να διατηρηθεί το
ίδιο επίπεδο προστασίας
της ναυσιπλοΐας.
Πόσο μπορεί να ανέβει το
πετρέλαιο;
Η JPMorgan
θεωρεί ότι ακόμη και σε
ένα σενάριο
παρατεταμένου πολέμου, η
αγορά θα μπορούσε τελικά
να σταθεροποιηθεί γύρω
από τα 87
δολάρια το βαρέλι,
ενώ σε περίπτωση
τερματισμού του πολέμου
η τιμή θα μπορούσε να
υποχωρήσει ακόμη και
προς τα 64
δολάρια.
Άλλοι αναλυτές είναι
σαφώς πιο απαισιόδοξοι.
Η Rapidan
Energy
Group
εκτιμά
ότι σε ένα σενάριο
«πολέμου χωρίς τέλος» το
Brent
θα μπορούσε να κινηθεί
γύρω από τα 89
δολάρια το βαρέλι
το επόμενο έτος.
Παράλληλα, η
Goldman
Sachs
έχει προειδοποιήσει ότι
σε περίπτωση περαιτέρω
κλιμάκωσης γύρω από τα
Στενά του Ορμούζ, το
πετρέλαιο θα μπορούσε να
επιστρέψει ακόμη και στα
120 δολάρια.
Η S&P
Global
έχει ήδη μεταβάλει τη
βασική της υπόθεση: δεν
θεωρεί πλέον δεδομένο
ότι η παραγωγή
πετρελαίου στη Μέση
Ανατολή θα επιστρέψει
στα προπολεμικά επίπεδα
μέχρι το τέλος του 2027.
Εκτιμά ότι η αγορά
προσαρμόζεται σε μια νέα
πραγματικότητα, στην
οποία η σύγκρουση
παραμένει άλυτη και ο
κίνδυνος για τη ναυτιλία
διαρκεί.
Το νέο «κανονικό» μπορεί
να είναι πολύ ακριβότερο
Αυτό είναι ίσως το
σημαντικότερο συμπέρασμα
για τις αγορές.
Το πετρέλαιο δεν
χρειάζεται να επιστρέψει
στα επίπεδα των 120
δολαρίων για να
δημιουργήσει σοβαρές
οικονομικές συνέπειες.
Ακόμη και μια
παρατεταμένη περίοδος
τιμών στα 80-100
δολάρια μπορεί
να διατηρήσει υψηλό τον
πληθωρισμό, να αυξήσει
το κόστος μεταφορών και
να επιβαρύνει τα
επιτόκια.
Η S&P
Global
θεωρεί πλέον ότι ένα
εύρος 80-100
δολαρίων μπορεί
να παραμείνει
πραγματικότητα μέχρι και
το τέλος του επόμενου
έτους, καθώς η αγορά δεν
επιστρέφει στην
προηγούμενη
κανονικότητα.
Και το πρόβλημα δεν
είναι μόνο η τιμή. Είναι
η μεταβλητότητα.
Όσο τα αποθέματα
μειώνονται και οι
εναλλακτικές διαδρομές
φτάνουν στα όριά τους,
κάθε νέα γεωπολιτική
εξέλιξη μπορεί να
προκαλεί δυσανάλογα
μεγάλη κίνηση στις
τιμές.
Η αγορά πετρελαίου
αντέχει – αλλά όχι επ'
άπειρον
Μέχρι σήμερα, η αγορά
έχει διαψεύσει τα πιο
απαισιόδοξα σενάρια. Το
πετρέλαιο συνεχίζει να
κυκλοφορεί, οι
καταναλωτές
προσαρμόζονται, οι χώρες
χρησιμοποιούν τα
αποθέματά τους και οι
παραγωγοί βρίσκουν
εναλλακτικές διαδρομές.
Όμως αυτή η ισορροπία
είναι περισσότερο
μια προσωρινή
κατασκευή παρά μια νέα
σταθερή κατάσταση.
Η συνέχιση του πολέμου
σημαίνει ότι τα
αποθέματα σταδιακά
εξαντλούνται, οι
εναλλακτικές διαδρομές
πιέζονται, η στρατιωτική
προστασία γίνεται ολοένα
πιο δύσκολη και η αγορά
γίνεται πιο ευάλωτη σε
ένα νέο σοκ.
Το μεγάλο στοίχημα,
επομένως, δεν είναι αν η
αγορά πετρελαίου μπορεί
να αντέξει έναν
παρατεταμένο πόλεμο.
Είναι για πόσο ακόμη
μπορεί να το κάνει χωρίς
να εξαντληθούν τα
αποθέματα ασφαλείας που
μέχρι σήμερα κρατούν τις
τιμές μακριά από τα
πραγματικά ακραία
επίπεδα.
Πηγή: CNN
|