|
Η εξέλιξη αυτή εκθέτει
την αμερικανική
στρατηγική. Παρά τις
δηλώσεις του υπουργού
Άμυνας
Pete Hegseth ότι
το βασικό εμπόδιο είναι
οι ιρανικές επιθέσεις, η
πραγματικότητα είναι πιο
περίπλοκη: η απειλή και
μόνο αρκεί για να
αποθαρρύνει ασφαλιστικές
εταιρείες και
ναυτιλιακούς ομίλους,
περιορίζοντας δραστικά
τη διέλευση πλοίων.
Ταυτόχρονα, το Ιράν
φαίνεται να εγκαθιδρύει
ένα ιδιότυπο σύστημα
«τελών διέλευσης», όπου
κράτη και πλοιοκτήτες
διαπραγματεύονται
απευθείας με τις
ιρανικές αρχές για
ασφαλή passage. Η
στρατηγική θυμίζει τη
λειτουργία της Διώρυγας
του Σουέζ και, σύμφωνα
με εκτιμήσεις, θα
μπορούσε να αποφέρει έως
και 80 δισ. δολάρια
ετησίως. Μάλιστα,
εξετάζεται ειδικό
καθεστώς για
χώρες-κλειδιά όπως η
Κίνα, η Ινδία και η
Ιαπωνία.
Αντίφαση στρατηγικής και
πολιτική πίεση
Ο
Donald Trump
εμφανίζεται να κινείται
αντιφατικά. Από τη μία
πλευρά συνεχίζονται οι
στρατιωτικές
επιχειρήσεις, από την
άλλη όμως έχουν ήδη
αναβληθεί επιθέσεις σε
κρίσιμες ενεργειακές
υποδομές του Ιράν.
Παράλληλα, η ρητορική
περί «ήττας» της
Τεχεράνης δεν συμβαδίζει
με την πραγματικότητα
στο πεδίο.
Η σύγκρουση έχει ήδη
περάσει και στο
οικονομικό επίπεδο. Το
πετρέλαιο λειτουργεί ως
βασικός δείκτης ισχύος,
ενώ το σχεδόν πλήρες
μπλοκάρισμα του Στενού
του Ορμούζ αφαιρεί από
την παγκόσμια αγορά έως
και 13 εκατ. βαρέλια
ημερησίως. Όπως
επισημαίνει ο
Jason Bordoff,
μια τέτοια διαταραχή δεν
μπορεί να αντισταθμιστεί
με πολιτικές
παρεμβάσεις.
Για το Ιράν, υψηλές
τιμές ενέργειας
αποτελούν στρατηγικό
πλεονέκτημα, καθώς
πλήττουν τη ζήτηση και
εντείνουν την πίεση στις
δυτικές οικονομίες.
Επιπλέον, η σημασία του
Στενού δεν περιορίζεται
στο πετρέλαιο: μέσω
αυτού διακινούνται
κρίσιμες πρώτες ύλες,
ενισχύοντας τον
γεωοικονομικό ρόλο της
χώρας.
Στρατηγική υπεροχή της
Τεχεράνης
Η εικόνα που
διαμορφώνεται ενισχύει
την άποψη ότι η Δύση
έχει υποτιμήσει την
ανθεκτικότητα του Ιράν.
Ο πρώην επικεφαλής της
MI6,
Alex Younger,
εκτιμά ότι η Ουάσιγκτον
έχει χάσει την
πρωτοβουλία των
κινήσεων, ενώ η Τεχεράνη
έχει αξιοποιήσει
αποτελεσματικά τη θέση
της.
Ακόμη πιο αιχμηρή είναι
η εκτίμηση της
Mairav Zonszein,
η οποία κάνει λόγο για
μία από τις σοβαρότερες
στρατηγικές αποτυχίες
της Δύσης στη
μεταπολεμική περίοδο.
Στο εσωτερικό των ΗΠΑ,
οι πολιτικές πιέσεις
αυξάνονται. Ο αναλυτής
Kurt Mills
επισημαίνει ότι η
εξέλιξη του πολέμου
μπορεί να καθορίσει την
πολιτική υστεροφημία του
Τραμπ, όπως συνέβη με
τον
George W. Bush
μετά τον πόλεμο στο
Ιράκ.
Την ίδια στιγμή, στην
Τεχεράνη ενισχύεται η
πεποίθηση ότι ο χρόνος
λειτουργεί υπέρ της. Ο
πρόεδρος της Βουλής,
Mohammad Bagher Ghalibaf,
έχει ήδη προειδοποιήσει
ότι οποιαδήποτε
προσπάθεια επιβολής
λύσης με στρατιωτικά
μέσα θα έχει σοβαρές
συνέπειες.
Περιορισμένες επιλογές
και επικίνδυνα σενάρια
Παρά τη ρητορική περί
επικείμενων
διαπραγματεύσεων, οι
βασικές θέσεις των δύο
πλευρών παραμένουν
ασύμβατες. Ο ειδικός
απεσταλμένος
Steve Witkoff
επιμένει σε πλήρη
εγκατάλειψη του
πυρηνικού προγράμματος
και άνοιγμα του Στενού,
χωρίς να λαμβάνει υπόψη
τις νέες απαιτήσεις της
Τεχεράνης.
Ο
Philip Gordon
εκτιμά ότι μια συνολική
συμφωνία είναι πρακτικά
αδύνατη, προκρίνοντας τη
στρατηγική της
αποτροπής. Αντίστοιχα, ο
Ισραηλινός αναλυτής
Danny Citrinowicz
θεωρεί ότι το Ιράν δεν
πρόκειται να υποχωρήσει,
αφήνοντας ανοιχτά τρία
σενάρια: κλιμάκωση,
συμβιβασμό ή επιστροφή
σε διαπραγματεύσεις.
Το πιο ανησυχητικό
στοιχείο είναι ότι, όσο
περιορίζονται οι
επιλογές, αυξάνεται ο
κίνδυνος ακραίων
αποφάσεων. Διπλωματικές
πηγές δεν αποκλείουν
ακόμη και το ενδεχόμενο
χρήσης πυρηνικών όπλων,
ένα σενάριο που θα
άλλαζε ριζικά το πλαίσιο
των διεθνών σχέσεων.
Συνολικά, η σύγκρουση
φαίνεται να εξελίσσεται
σε ένα πολυεπίπεδο
γεωπολιτικό και
οικονομικό παίγνιο, όπου
η στρατιωτική ισχύς δεν
αρκεί. Και όσο το
αδιέξοδο παρατείνεται,
τόσο αυξάνεται ο
κίνδυνος μιας ευρύτερης,
ανεξέλεγκτης κρίσης.
|