|
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή
εκτιμά ότι για το
διάστημα Φεβρουαρίου –
Ιουλίου το συνολικό
κόστος για την οικονομία
της Ευρωπαϊκής Ένωσης
ανέρχεται σε περίπου 125
δισ. ευρώ ή στο 0,7% του
ευρωπαϊκού ΑΕΠ. Για την
Ελλάδα, το Εμπορικό και
Βιομηχανικό Επιμελητήριο
Πειραιώς υπολογίζει ότι
η επιβάρυνση φθάνει ήδη
τα 2,5 δισ. ευρώ,
γεγονός που αντανακλά τη
μεγαλύτερη εξάρτηση της
χώρας από εισαγόμενες
ενεργειακές πρώτες ύλες
αλλά και τον σημαντικό
ρόλο που διαδραματίζουν
ο τουρισμός, οι
μεταφορές και η ναυτιλία
στην οικονομική
δραστηριότητα.
Ενέργεια: Η μεγαλύτερη
πηγή επιβάρυνσης
Το μεγαλύτερο μέρος του
κόστους προέρχεται από
την ενέργεια. Οι
υπολογισμοί του ΕΒΕΠ
ανεβάζουν τη σχετική
επιβάρυνση στα περίπου
1,5 δισ. ευρώ, εξαιτίας
των ακριβότερων
εισαγωγών πετρελαίου,
φυσικού αερίου,
LNG
και ηλεκτρικής
ενέργειας.
Παρά τη σχετική
αποκλιμάκωση που
ακολούθησε την προσωρινή
εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και
Ιράν, οι διεθνείς αγορές
παραμένουν εξαιρετικά
ευμετάβλητες. Το
Brent
ξεπέρασε πρόσφατα τα 100
δολάρια ανά βαρέλι πριν
επιστρέψει κοντά στα 90
δολάρια, ενώ οι
θαλάσσιες μεταφορές μέσω
των Στενών του Ορμούζ
εξακολουθούν να
πραγματοποιούνται με
περιορισμούς.
Σύμφωνα με τον Διεθνή
Οργανισμό Ενέργειας (IEA),
οι εξαγωγές πετρελαίου
από τον Περσικό Κόλπο
εξακολουθούν να
βρίσκονται αισθητά
χαμηλότερα από τα
προπολεμικά επίπεδα,
στοιχείο που διατηρεί
τις αγορές σε κατάσταση
αυξημένης επιφυλακής.
Για την Ελλάδα, η αύξηση
των ενεργειακών τιμών
σημαίνει όχι μόνο
ακριβότερα καύσιμα, αλλά
και μεγαλύτερη εκροή
κεφαλαίων προς το
εξωτερικό για την κάλυψη
των ενεργειακών αναγκών,
επιβαρύνοντας περαιτέρω
το ισοζύγιο τρεχουσών
συναλλαγών.
Πλήγμα στην αναπτυξιακή
δυναμική
Η ενεργειακή κρίση
αρχίζει να επηρεάζει και
τις προοπτικές ανάπτυξης
της ελληνικής
οικονομίας.
Οι εκτιμήσεις κάνουν
λόγο για απώλεια
οικονομικής
δραστηριότητας περίπου
600 εκατ. ευρώ, με τον
ρυθμό ανάπτυξης να
υποχωρεί κοντά στο 1,8%,
έναντι προηγούμενων
προβλέψεων για περίπου
2,2%.
Το Διεθνές Νομισματικό
Ταμείο έχει ήδη
αναθεωρήσει προς τα κάτω
τις προβλέψεις του για
την Ελλάδα,
επισημαίνοντας ότι το
αυξημένο ενεργειακό
κόστος περιορίζει την
ιδιωτική κατανάλωση, ενώ
επηρεάζει και τον
τουρισμό μέσω της
ασθενέστερης διεθνούς
ζήτησης.
Παρότι η ελληνική
οικονομία εξακολουθεί να
αναπτύσσεται με
ταχύτερους ρυθμούς από
τον μέσο όρο της
Ευρωζώνης, η διατήρηση
αυτού του πλεονεκτήματος
θα εξαρτηθεί σε μεγάλο
βαθμό από τη διάρκεια
της ενεργειακής κρίσης.
Ο πληθωρισμός
επανέρχεται στο
προσκήνιο
Οι πληθωριστικές πιέσεις
αποτελούν μία ακόμη
σοβαρή συνέπεια του
πολέμου.
Το ΕΒΕΠ εκτιμά ότι το
επιπλέον κόστος για
νοικοκυριά και
επιχειρήσεις από την
άνοδο των τιμών αγγίζει
τα 900 εκατ. ευρώ.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή
προβλέπει ότι ο
ελληνικός πληθωρισμός θα
διαμορφωθεί στο 3,7% το
2026, ενώ ο ΟΟΣΑ
εμφανίζεται ακόμη πιο
απαισιόδοξος,
τοποθετώντας τον στο
4,2%.
Ιδιαίτερη ανησυχία
προκαλεί το ενδεχόμενο
μετάδοσης των αυξήσεων
της ενέργειας στο σύνολο
της οικονομίας. Η άνοδος
του κόστους παραγωγής
και μεταφοράς αναμένεται
να επηρεάσει σταδιακά
τρόφιμα, βιομηχανικά
προϊόντα και υπηρεσίες,
διατηρώντας τις
πληθωριστικές πιέσεις
για μεγαλύτερο χρονικό
διάστημα.
Μεταφορές και
εφοδιαστική αλυσίδα υπό
πίεση
Οι αναταράξεις στις
διεθνείς μεταφορές
δημιουργούν ένα ακόμη
σημαντικό κόστος, που
υπολογίζεται στα περίπου
400 εκατ. ευρώ.
Η επιβάρυνση δεν
περιορίζεται μόνο στις
υψηλότερες τιμές των
καυσίμων, αλλά
περιλαμβάνει και την
αύξηση των ναύλων, των
ασφαλίστρων πολεμικού
κινδύνου, τις
καθυστερήσεις στις
παραδόσεις και την
ανάγκη διατήρησης
μεγαλύτερων αποθεμάτων
ασφαλείας.
Για πολλές επιχειρήσεις
αυτό μεταφράζεται σε
αυξημένες ανάγκες
κεφαλαίου κίνησης και
μεγαλύτερες πιέσεις στη
ρευστότητα, ιδιαίτερα
για τις μικρότερες
εταιρείες που διαθέτουν
περιορισμένα περιθώρια
απορρόφησης του
αυξημένου κόστους.
Επιχειρήσεις και δημόσια
οικονομικά
Το ΕΒΕΠ υπολογίζει ότι
περίπου 500 εκατ. ευρώ
αφορούν το δημοσιονομικό
και επιχειρηματικό
κόστος που συνδέεται με
μέτρα στήριξης,
επιδοτήσεις ενέργειας
και καυσίμων αλλά και
πρόσθετες ανάγκες
χρηματοδότησης.
Οι παρεμβάσεις αυτές
περιορίζουν τον
διαθέσιμο δημοσιονομικό
χώρο, αυξάνοντας τις
πιέσεις στον κρατικό
προϋπολογισμό, την ώρα
που η κυβέρνηση καλείται
να χρηματοδοτήσει και
νέες κοινωνικές ή
αναπτυξιακές
παρεμβάσεις.
Στο προσκήνιο και ο
κίνδυνος νέας αύξησης
επιτοκίων
Παράλληλα με τις άμεσες
οικονομικές επιπτώσεις,
επανέρχεται και η
ανησυχία για τη
νομισματική πολιτική.
Όσο οι τιμές της
ενέργειας παραμένουν
υψηλές, ενισχύονται οι
εκτιμήσεις ότι η
Ευρωπαϊκή Κεντρική
Τράπεζα ενδέχεται να
προχωρήσει σε νέα αύξηση
επιτοκίων, προκειμένου
να αποτρέψει τη
μονιμοποίηση των
πληθωριστικών πιέσεων.
Οι αγορές ήδη
προεξοφλούν το
ενδεχόμενο πρόσθετων
αυξήσεων, εξέλιξη που θα
επιβάρυνε περαιτέρω το
κόστος χρηματοδότησης
επιχειρήσεων και
νοικοκυριών.
Ο τελικός λογαριασμός
παραμένει ανοιχτός
Τα περίπου 2,5 δισ. ευρώ
που εκτιμάται ότι έχει
ήδη κοστίσει η κρίση
στην ελληνική οικονομία
αποτελούν περισσότερο
μια αποτύπωση της
σημερινής κατάστασης
παρά το τελικό κόστος.
Οι διεθνείς οργανισμοί
επισημαίνουν ότι η
εξέλιξη των γεωπολιτικών
γεγονότων στη Μέση
Ανατολή θα καθορίσει
τόσο την πορεία των
ενεργειακών τιμών όσο
και τις προοπτικές της
οικονομικής ανάπτυξης.
Με τις διεθνείς αγορές
να παραμένουν ιδιαίτερα
ευαίσθητες σε κάθε νέα
εξέλιξη και την τιμή του
πετρελαίου να
παρουσιάζει έντονες
διακυμάνσεις, το
πραγματικό οικονομικό
αποτύπωμα του πολέμου
εξακολουθεί να
διαμορφώνεται, αφήνοντας
ανοιχτό το ενδεχόμενο
ακόμη μεγαλύτερης
επιβάρυνσης για την
Ελλάδα και την ευρωπαϊκή
οικονομία συνολικά.
|