|
Ο πόλεμος δεν φαίνεται
να τελειώνει σύντομα και
όσο συνεχίζεται, «καίει»
το βασικό σενάριο για
βραχεία σύγκρουση,
εντείνοντας την
αβεβαιότητα στις αγορές.
Η Deutsche
Bank
εκτιμά ότι είναι πιθανή
η επανάληψη του
ιστορικού sell-off
σε μετοχές και ομόλογα
που είδαμε το 2022 και
κατά την έξαρση της
παγκόσμιας ενεργειακής
κρίσης.
Όμως, όπως σημειώνει, οι
αγορές δεν προεξοφλούν
ακόμη ένα αποτέλεσμα
τύπου 2022, όταν το
Brent
ήταν πάνω από 100
δολάρια/βαρέλι για
περίπου 5 μήνες.
Επίσης, σε αντίθεση με
τα πετρελαϊκά σοκ τόσο
του 2022 όσο και της
δεκαετίας του 1970, ο
πληθωρισμός είναι γενικά
γύρω από τον στόχο.
Τουλάχιστον προς το
παρόν, δεν φτάνουμε
ακόμη στα ιστορικά όρια
που έχουν συμβαδίσει με
σημαντικές κινήσεις
risk-off
σε προηγούμενες
πετρελαϊκές κρίσεις. Δεν
έχουμε δει ακόμη, όμως,
μια επιθετική στροφή από
τις κεντρικές τράπεζες.
Και δεδομένου του πόσο
νωρίς είναι, δεν έχουμε
δει ακόμη εμφανή σημάδια
επιδείνωσης των
οικονομικών δεδομένων.
Από την πλευρά της, η
Morgan
Stanley
εκφράζει την άποψη ότι
οι επενδυτές πρέπει να
ετοιμάζουν «λίστες για
τα... ψώνια τους», εν
αναμονή της επανέναρξης
της bull
market
αργότερα φέτος.
Εκτιμά ότι σε έξι μήνες,
τα πράγματα πιθανότατα
θα έχουν ηρεμήσει έπειτα
από αυτήν την αρχική
εκτόξευση, όπως ακριβώς
συνέβη και μετά την
εισβολή της Ρωσίας στην
Ουκρανία. Είναι
σημαντικό, όπως τονίζει,
ότι η απότομη αύξηση των
τιμών του πετρελαίου
είναι αποτέλεσμα ενός
υλικοτεχνικού αδιεξόδου
στα Στενά του Ορμούζ και
όχι έλλειψης εφοδιασμού.
Σύμφωνα με τη
Morgan
Stanley,
οι μετοχές συνήθως
αγγίζουν τα χαμηλά τους
λίγες μέρες μετά την
κορύφωση των τιμών του
πετρελαίου.
Η BlackRock
εστιάζει στον κίνδυνο
ενός
στασιμοπληθωριστικού
σοκ, αλλά δεν είναι
δεδομένος, όπως
υποδηλώνει η τιμολόγηση
της αγοράς.
Πολλές φορές, «οι αγορές
αναρριχώνται στο τείχος
της ανασφάλειας» (stock
market
climbs
a
wall
of
worry),
μια κλασική
χρηματιστηριακή ρήση, η
οποία έχει επιβεβαιωθεί
αρκετές φορές στο
παρελθόν, ίσως
επιβεβαιωθεί κι αυτή την
περίοδο.
Η χρηματιστηριακή
ιστορία δείχνει ότι οι
αγορές τείνουν να
προεξοφλούν την
αβεβαιότητα πριν από το
γεγονός και να
ανακάμπτουν πριν
τελειώσουν οι
συγκρούσεις.
Κάτι τέτοιο επισημαίνει
και η Goldman
Sachs:
Τα περισσότερα
γεωπολιτικά σοκ τα
τελευταία χρόνια δεν
είχαν μακροχρόνιο
αντίκτυπο στα
χρηματιστήρια. Η
διόρθωση θα αποτελέσει
αγοραστική ευκαιρία με
σχετικά χαμηλό κίνδυνο.
Ανθεκτική η ελληνική
οικονομία
Μέσα σε αυτό το κλίμα,
οι διεθνείς οίκοι με
εκθέσεις τους εκτιμούν
ότι η ελληνική οικονομία
παρουσιάζεται ανθεκτική
παρά τις γεωπολιτικές
πιέσεις.
Ο διεθνείς οίκος
αξιολόγησης Fitch
αναφέρει ότι η σύγκρουση
στη Μέση Ανατολή
αναμένεται να διαρκέσει
λιγότερο από έναν μήνα,
με την ελληνική
οικονομία να εμφανίζει
ισχυρότερες άμυνες σε
σχέση με την Ευρωζώνη.
Οι ελληνικές τράπεζες
εκτιμάται ότι θα
αντέξουν τυχόν
βραχυπρόθεσμες
επιπτώσεις χάρη στους
ισχυρούς ισολογισμούς
τους.
Η Fitch
«βλέπει» ρυθμό ανάπτυξης
της ελληνικής οικονομίας
2,1% το 2026-2027.
Η Moody's
«βλέπει» σταθερές
προοπτικές για τις
ελληνικές τράπεζες παρά
τις γεωπολιτικές
πιέσεις, καθώς οι
ευνοϊκές οικονομικές
συνθήκες και η ισχυρή
πιστωτική επέκταση
αναμένεται να στηρίξουν
τα βασικά
χρηματοοικονομικά μεγέθη
την περίοδο 2026-2027.
Παράλληλα, ο οίκος
αξιολόγησης εκτιμά ότι
οι ελληνικές τράπεζες θα
αποφύγουν άμεση
πιστωτική επιδείνωση
λόγω της σύγκρουσης στη
Μέση Ανατολή.
Η ελληνική οικονομία
είναι ανθεκτική και
θωρακισμένη σε ένα
ενεργειακό σοκ,
σημειώνει η
Goldman
Sachs.
Η δυναμική ανάπτυξης
στην Ελλάδα παραμένει
ισχυρή και η εμπειρία
της ενεργειακής κρίσης
του 2022, υποδηλώνει ότι
η ελληνική οικονομία
είναι σχετικά λιγότερο
εκτεθειμένη σε κρίσεις
τιμών ενέργειας από ό,τι
οι περισσότερες χώρες
της ευρωζώνης, τονίζει.
Επιπλέον, δεδομένης της
τρέχουσας προσεκτικής
δημοσιονομικής στάσης, η
ελληνική κυβέρνηση
διαθέτει δημοσιονομικό
χώρο για να
χρηματοδοτήσει μέτρα που
θα μπορούσαν να
αντισταθμίσουν μέρος των
οικονομικών επιπτώσεων
του σοκ.
|