|
Η κλίμακα των εκροών
προκαλεί ιδιαίτερη
ανησυχία, καθώς οι
συνολικές αναλήψεις μέσα
στο 2026 ενδέχεται να
ξεπεράσουν σημαντικά τα
επίπεδα που είχαν
καταγραφεί κατά τον
πρώτο χρόνο της ρωσικής
εισβολής στην Ουκρανία.
Ο Τάρας Σκβόρτσοφ,
ανώτατο στέλεχος της
Sberbank,
έχει προειδοποιήσει ότι
το μέγεθος της φυγής
κεφαλαίων θα μπορούσε να
προσεγγίσει ή ακόμη και
να διπλασιάσει εκείνο
της πρώτης περιόδου του
πολέμου.
Πίεση στη ρευστότητα των
τραπεζών
Η μαζική απόσυρση
καταθέσεων δημιουργεί
ένα σοβαρό πρόβλημα
ρευστότητας για τις
ρωσικές τράπεζες, οι
οποίες βρίσκονται ήδη
υπό αυξημένη πίεση. Ο
χρηματοπιστωτικός κλάδος
έχει τα τελευταία χρόνια
διαδραματίσει κεντρικό
ρόλο στη χρηματοδότηση
της πολεμικής
οικονομίας,
διοχετεύοντας
σημαντικούς πόρους προς
επιχειρήσεις και
δραστηριότητες που
συνδέονται με την
αμυντική βιομηχανία.
Αυτό έχει αυξήσει την
έκθεση των τραπεζών σε
δανειολήπτες που
ενδέχεται να
αντιμετωπίσουν δυσκολίες
στην εξυπηρέτηση των
υποχρεώσεών τους,
ιδιαίτερα εάν η ρωσική
οικονομία συνεχίσει να
επιβραδύνεται.
Το πρόβλημα γίνεται
εντονότερο όταν οι
καταθέτες ζητούν μαζικά
τα χρήματά τους. Οι
τράπεζες μπορεί να
διαθέτουν σημαντικά
στοιχεία ενεργητικού,
όμως αυτά δεν είναι
απαραίτητα άμεσα
ρευστοποιήσιμα. Έτσι,
μια απότομη αύξηση των
αναλήψεων μπορεί να
δημιουργήσει δυσανάλογη
πίεση ακόμη και σε ένα
τραπεζικό σύστημα που
εμφανίζεται επαρκώς
κεφαλαιοποιημένο.
Ο φόβος των
capital
controls
Στο επίκεντρο της
ανησυχίας βρίσκεται
πλέον η πιθανότητα
επιβολής περιορισμών
στις αναλήψεις.
Η Αλεξάνδρα Προκοπένκο,
πρώην σύμβουλος της
Κεντρικής Τράπεζας της
Ρωσίας, θεωρεί ότι η
συμπεριφορά των
καταθετών αποτελεί
ένδειξη περιορισμένης
εμπιστοσύνης απέναντι
στο χρηματοπιστωτικό
σύστημα. Παρότι θεωρεί
απίθανο ένα σενάριο
άμεσης εθνικοποίησης των
καταθέσεων, δεν
αποκλείει το ενδεχόμενο
οι αρχές να επιβάλουν
περιορισμούς στις
αναλήψεις εφόσον η πίεση
ενταθεί.
Οι μνήμες από τις πρώτες
εβδομάδες του πολέμου
παραμένουν άλλωστε
έντονες. Τότε, περίπου
23 δισ. δολάρια
αποσύρθηκαν από το
ρωσικό τραπεζικό σύστημα
μέσα σε μόλις δύο
εβδομάδες, καθώς
καταθέτες και
επιχειρήσεις έσπευσαν να
μετατρέψουν τις
καταθέσεις τους σε
μετρητά ή άλλα
περιουσιακά στοιχεία.
Η κυβέρνηση κατάφερε
τελικά να ανακόψει το
κύμα μέσω αυστηρών
capital
controls
και μιας μεγάλης αύξησης
των επιτοκίων.
Σήμερα, η ανησυχία είναι
διαφορετικής μορφής,
αλλά το αποτέλεσμα
μπορεί να είναι
παρόμοιο: όταν οι
πολίτες φοβούνται ότι τα
χρήματά τους μπορεί να
μην είναι διαθέσιμα στο
μέλλον, προτιμούν να τα
αποσύρουν προκαταβολικά.
Τα κεφάλαια
εγκαταλείπουν το
τραπεζικό σύστημα
Το συνολικό ποσό των
κεφαλαίων που έχουν
αποσυρθεί μέσα στο έτος
ξεπερνά ήδη τα 24,7 δισ.
δολάρια, σύμφωνα με τα
διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν πρόκειται πλέον μόνο
για συμπεριφορά
μικροκαταθετών. Μεγάλες
επιχειρήσεις και
επιχειρηματικοί όμιλοι
εξετάζουν επίσης τρόπους
μεταφοράς κεφαλαίων
εκτός του άμεσου ελέγχου
των ρωσικών αρχών, καθώς
ενισχύονται οι φόβοι για
πιθανές κατασχέσεις ή
κρατικές παρεμβάσεις
στην ιδιωτική περιουσία.
Το κλίμα αυτό έχει
ιδιαίτερη σημασία για
μια οικονομία που
λειτουργεί ολοένα
περισσότερο υπό συνθήκες
πολεμικής κινητοποίησης.
Όσο μεγαλύτερο μέρος των
οικονομικών πόρων
κατευθύνεται προς την
πολεμική προσπάθεια,
τόσο αυξάνεται η ανάγκη
του κράτους να διατηρεί
τον έλεγχο της
χρηματοδότησης.
Πρόβλημα και για το
ρωσικό χρέος
Η φυγή καταθέσεων
δημιουργεί παράλληλα
προβλήματα στην
προσπάθεια της
κυβέρνησης να
χρηματοδοτήσει το
δημοσιονομικό της
έλλειμμα μέσω της αγοράς
κρατικών ομολόγων.
Το ρωσικό κράτος
εξαρτάται όλο και
περισσότερο από την
έκδοση χρέους, καθώς οι
στρατιωτικές δαπάνες
αυξάνονται και τα
δημοσιονομικά περιθώρια
περιορίζονται. Ωστόσο, η
άνοδος των αποδόσεων και
η περιορισμένη διάθεση
των επενδυτών να
αυξήσουν την έκθεσή τους
σε ρωσικούς τίτλους
καθιστούν δυσκολότερη
την άντληση κεφαλαίων.
Το υπουργείο Οικονομικών
έχει ήδη αναγκαστεί να
ακυρώσει
προγραμματισμένες
δημοπρασίες ομολόγων,
γεγονός που δείχνει ότι
η χρηματοδότηση του
πολέμου γίνεται ολοένα
πιο απαιτητική.
Έτσι δημιουργείται ένας
φαύλος κύκλος: το κράτος
χρειάζεται περισσότερα
χρήματα για τις
στρατιωτικές δαπάνες, οι
τράπεζες καλούνται να
χρηματοδοτήσουν
μεγαλύτερο μέρος της
οικονομίας, ενώ την ίδια
στιγμή οι καταθέτες
αποσύρουν ρευστότητα από
το σύστημα.
Οι τράπεζες αντιμέτωπες
με τα «κόκκινα» δάνεια
Το μεγαλύτερο
μακροπρόθεσμο πρόβλημα,
ωστόσο, ενδέχεται να
βρίσκεται στο ενεργητικό
των τραπεζών.
Η επιθετική πιστωτική
επέκταση που συνδέθηκε
με την πολεμική
οικονομία έχει αυξήσει
την έκθεση των τραπεζών
σε επιχειρήσεις και
δανειολήπτες των οποίων
η βιωσιμότητα εξαρτάται
σε σημαντικό βαθμό από
τις κρατικές παραγγελίες
και τη συνέχιση των
δημοσίων δαπανών.
Ο Κρεγκ Κένεντι, πρώην
στέλεχος επενδυτικής
τραπεζικής της
Bank
of
America
Merrill
Lynch
και ερευνητής στο
Davis
Center
του Harvard,
έχει επισημάνει ότι οι
ρωσικές τράπεζες
εμφανίζουν μεγάλη έκθεση
σε προβληματικούς
δανειολήπτες. Το κρίσιμο
ερώτημα είναι πλέον πόσο
μεγάλο θα είναι το
τελικό κόστος των
αναδιαρθρώσεων και ποιο
μέρος των ζημιών θα
χρειαστεί να απορροφήσει
το ίδιο το τραπεζικό
σύστημα.
Εάν η οικονομία
παραμείνει στάσιμη για
μεγάλο χρονικό διάστημα,
η ποιότητα των δανείων
μπορεί να επιδεινωθεί
περαιτέρω.
Εθνικοποιήσεις και φόβος
κρατικής παρέμβασης
Την ίδια στιγμή, η
ενίσχυση των κρατικών
παρεμβάσεων στην
οικονομία τροφοδοτεί την
αβεβαιότητα μεταξύ των
επιχειρηματιών.
Τα τελευταία χρόνια
αρκετές επιχειρήσεις που
ανήκαν σε Ρώσους
μεγιστάνες έχουν περάσει
υπό κρατικό έλεγχο.
Σύμφωνα με στοιχεία της
ρωσικής εισαγγελίας,
μόνο κατά το προηγούμενο
έτος περιουσιακά
στοιχεία ύψους περίπου
51,5 δισ. δολαρίων
κατασχέθηκαν υπέρ του
Δημοσίου στο πλαίσιο της
εκστρατείας
εθνικοποιήσεων.
Για τους ιδιώτες και
τους επιχειρηματίες, η
εξέλιξη αυτή ενισχύει
την αντίληψη ότι τα όρια
μεταξύ ιδιωτικής
περιουσίας και κρατικού
συμφέροντος έχουν γίνει
ιδιαίτερα δυσδιάκριτα.
Το αποτέλεσμα είναι μια
οικονομία όπου η
εμπιστοσύνη αποτελεί
πλέον εξίσου σημαντικό
παράγοντα με τη
ρευστότητα. Όσο οι
πολίτες και οι
επιχειρήσεις φοβούνται
ότι μπορεί να υπάρξουν
περιορισμοί στην
πρόσβαση στα χρήματά
τους ή κρατικές
παρεμβάσεις στην
περιουσία τους, τόσο
μεγαλύτερο θα είναι το
κίνητρο να διατηρούν
κεφάλαια εκτός
τραπεζικού συστήματος.
Και αυτό είναι ίσως το
μεγαλύτερο ρίσκο για τη
Ρωσία: όχι μια άμεση
τραπεζική κατάρρευση,
αλλά η σταδιακή διάβρωση
της εμπιστοσύνης. Σε μια
πολεμική οικονομία που
χρειάζεται συνεχώς
περισσότερη ρευστότητα,
η μαζική φυγή καταθέσεων
μπορεί να μετατραπεί από
σύμπτωμα της κρίσης σε
παράγοντα που την
επιταχύνει.
|