|
Ωστόσο,
για τον Αμερικανό
πρόεδρο
Donald Trump εκεί
εντοπίζεται η ρίζα της
στεγαστικής κρίσης. Στην
πρόσφατη ομιλία του για
την «Κατάσταση του
Έθνους» (State of the
Union), έβαλε εκ νέου
στο στόχαστρο τα μεγάλα
επενδυτικά κεφάλαια που
αποκτούν κατοικίες,
ιδίως μονοκατοικίες.
«Τα
σπίτια είναι για τους
ανθρώπους — όχι για τις
εταιρείες», υποστήριξε,
καλώντας το Κογκρέσο να
στηρίξει πρόταση νόμου
που θα απαγορεύει σε
μεγάλους επενδυτές να
αποκτούν μονοκατοικίες.
Συγκεκριμένα, η πρόταση
προβλέπει ότι επενδυτές
που κατέχουν πάνω από
100 κατοικίες δεν θα
μπορούν να αγοράζουν
μονοκατοικίες για
διακράτηση ή εκμίσθωση,
με εξαίρεση όσους
προχωρούν σε ανακαίνιση
ή αναβάθμιση.
Η
ρητορική αυτή βρίσκει
απήχηση και σε τμήμα των
Δημοκρατικών, οι οποίοι
κατέθεσαν δική τους
πρόταση για περιορισμό
της συμμετοχής μεγάλων
επενδυτών στην αγορά
κατοικίας. Όπως
αναφέρουν, οι εταιρείες
της Γουόλ Στριτ κατέχουν
περίπου 450.000
μονοκατοικίες και πάνω
από 2,2 εκατ.
διαμερίσματα στις ΗΠΑ,
επιβαρύνοντας — κατά την
άποψή τους — την κρίση
στέγασης.
Τα
νούμερα που «χαλάζουν»
την αφήγηση
Παρά τη
δημοφιλή πολιτική
στόχευση, τα στοιχεία
της BatchData δείχνουν
διαφορετική εικόνα. Η
αγορά μονοκατοικιών
εξακολουθεί να
κυριαρχείται από μικρής
κλίμακας επενδυτές:
Όσοι
κατέχουν 1–5 ακίνητα
ελέγχουν περίπου το 92%
των επενδυτικών
μονοκατοικιών.
Όσοι
διαθέτουν 6–10 ακίνητα
κατέχουν περίπου το 4%.
Οι
θεσμικοί επενδυτές άνω
των 1.000 ακινήτων
αντιστοιχούν μόλις στο
2%.
Στον
κλάδο των Single-Family
Rentals (SFR), σύμφωνα
με τα αμερικανικά
στατιστικά στοιχεία,
περίπου το 60% των
εκμισθούμενων
μονοκατοικιών ανήκει σε
μικρούς επενδυτές.
Παράλληλα, οι θεσμικοί
επενδυτές τοποθετούνται
κυρίως σε χαμηλότερης
αξίας κατοικίες, συχνά
προς ανακαίνιση ή σε
υποβαθμισμένες περιοχές.
Η μέση τιμή αγοράς τους
διαμορφώνεται περίπου
στις 280.000 δολάρια,
έναντι εθνικού μέσου
όρου άνω των 410.000
δολαρίων. Οι μέσες τιμές
πώλησης από θεσμικούς
επενδυτές κινούνται περί
τις 335.000 δολάρια.
Επιπλέον,
επικεντρώνονται κυρίως
στη Μεσοδυτική Αμερική
και στον Νότο, περιοχές
με χαμηλότερες τιμές σε
σχέση με τις παράκτιες
αγορές.
Θεσμικοί
επενδυτές όπως η
Blackstone
υποστηρίζουν ότι τα
βασικά αίτια της κρίσης
είναι διαφορετικά:
περιοριστικοί
πολεοδομικοί κανονισμοί,
υψηλά επιτόκια
στεγαστικών δανείων και
αυξημένο κόστος
κατασκευής, που έχουν
περιορίσει δραστικά την
προσφορά νέων κατοικιών.
Από το
2008 έως το
build-to-rent
Η μαζική
είσοδος private equity
στην κατοικία ξεκίνησε
μετά την κρίση του 2008.
Επενδυτές όπως η
Pretium Partners
χρηματοδότησαν
πλατφόρμες τύπου
Progress Residential,
αποκτώντας χιλιάδες
μονοκατοικίες προς
εκμίσθωση.
Οι
επικριτές θεωρούν ότι
αυτό συνέβαλε στην
αύξηση τιμών σε ήδη
«σφιχτές» αγορές. Οι
υποστηρικτές αντιτείνουν
ότι το μοντέλο
build-to-rent αυξάνει
την προσφορά ποιοτικών
κατοικιών για
οικογένειες που δεν
μπορούν να αποκτήσουν
ιδιόκτητη στέγη.
Η
ευρωπαϊκή διάσταση
Η τάση
δεν περιορίζεται στις
ΗΠΑ. Στην Ευρώπη, αν και
σε μικρότερη κλίμακα
λόγω διαφορετικών
ρυθμιστικών πλαισίων, οι
θεσμικοί επενδυτές
στρέφονται ολοένα και
περισσότερο στα λεγόμενα
«living assets»:
κατοικίες, φοιτητική
στέγαση, senior living
και co-living.
Σύμφωνα
με ανάλυση του
GRI Institute, οι
επενδύσεις στον κλάδο
αυτό ξεπέρασαν τα 53
δισ. ευρώ το 2025,
καθιστώντας τον κυρίαρχο
τομέα του ευρωπαϊκού
real estate.
Η
μετατόπιση αυτή
θεωρείται στρατηγική
επανατοποθέτηση
κεφαλαίων: οι επενδυτές
δεν αποκτούν απλώς
μεμονωμένα ακίνητα, αλλά
αναπτύσσουν
ολοκληρωμένες πλατφόρμες
διαχείρισης πολλαπλών
κατηγοριών «living
assets», αξιοποιώντας
οικονομίες κλίμακας και
λειτουργικές συνέργειες.
Τα
κεφάλαια προέρχονται όχι
μόνο από ευρωπαϊκούς
θεσμικούς, αλλά και από
επενδυτικά σχήματα της
Μέσης Ανατολής,
συνταξιοδοτικά ταμεία
της Βόρειας Αμερικής και
family offices από την
Ασία, που αναζητούν
αποδόσεις σε έναν τομέα
με μακροπρόθεσμη
δημογραφική δυναμική.
|