|
Η κρίση αφορά τις
χρήσεις 2012 και 2013,
καθώς και τα φορολογικά
έτη 2014 έως 2017, για
τα οποία είχε θεσπιστεί
δεκαετής προθεσμία
ελέγχου. Κατά συνέπεια,
υποθέσεις που
εξακολουθούν να είναι
ανοικτές αποκλειστικά
λόγω της συγκεκριμένης
ρύθμισης μπορούν να
θεωρηθούν
παραγεγραμμένες, εφόσον
έχει συμπληρωθεί η
κανονική πενταετής
προθεσμία και δεν
υφίσταται κάποια άλλη
νόμιμη εξαίρεση.
Γιατί κρίθηκε
αντισυνταγματική η
δεκαετία
Στο επίκεντρο της
δικαστικής κρίσης
βρέθηκε η μεταβατική
διάταξη του νόμου
4646/2019, η οποία
επέτρεψε στη φορολογική
διοίκηση να εκδίδει
πράξεις προσδιορισμού
φόρου μέσα σε διάστημα
δέκα ετών για ορισμένες
παλαιότερες φορολογικές
περιόδους.
Η ΑΑΔΕ υποστήριξε ότι η
συγκεκριμένη ρύθμιση δεν
αποτελούσε ουσιαστικά
παράταση της παραγραφής,
αλλά αντίθετα περιόριζε
τον χρόνο ελέγχου σε
σχέση με το προηγούμενο
καθεστώς.
Ειδικότερα, επικαλέστηκε
την πρόβλεψη του Κώδικα
Φορολογικής Διαδικασίας
για εικοσαετή παραγραφή
σε περιπτώσεις
φοροδιαφυγής,
υποστηρίζοντας ότι η
δεκαετία συνιστούσε
ευνοϊκότερη μεταχείριση
για τους
φορολογουμένους.
Το
Συμβούλιο της
Επικρατείας δεν
υιοθέτησε αυτή την
επιχειρηματολογία.
Εξέτασε αυτοτελώς τη
συνταγματικότητα τόσο
της εικοσαετούς
προθεσμίας όσο και της
μεταβατικής ρύθμισης που
επέτρεπε δεκαετείς
ελέγχους για τις
επίμαχες χρήσεις.
Σύμφωνα με το σκεπτικό,
ακόμη και όταν πρόκειται
για υποθέσεις
φοροδιαφυγής, ο χρόνος
παραγραφής δεν μπορεί να
υπερβαίνει τα όρια που
δικαιολογούνται από την
αρχή της αναλογικότητας
και την ανάγκη
προστασίας της ασφάλειας
δικαίου. Η εικοσαετής
προθεσμία κρίθηκε
υπερβολικά μεγάλη σε
σχέση με τον σκοπό του
φορολογικού ελέγχου,
ιδίως με δεδομένο ότι η
φορολογική διοίκηση
διαθέτει πλέον
εκτεταμένα ηλεκτρονικά
δεδομένα και σύγχρονα
εργαλεία εντοπισμού
παραβάσεων, όπως τα
συστήματα ανάλυσης
κινδύνου.
Παράλληλα, η δεκαετής
παραγραφή που θεσπίστηκε
μεταβατικά με τον νόμο
4646/2019 κρίθηκε ότι
προσκρούει στο άρθρο 78,
παράγραφοι 1 και 2, του
Συντάγματος, το οποίο
θέτει συγκεκριμένους
περιορισμούς στη
δυνατότητα επιβολής
φορολογικών
επιβαρύνσεων.
Η
υπόθεση που έφτασε στο
ανώτατο δικαστήριο
Η
συγκεκριμένη απόφαση
εκδόθηκε με αφορμή
προσφυγή ατομικής
επιχείρησης παραγωγής
μελιού, στην οποία είχε
επιβληθεί πρόστιμο για
τη λήψη εικονικού
τιμολογίου κατά τη χρήση
του 2013.
Το
παραστατικό είχε καθαρή
αξία 11.600 ευρώ, ενώ το
πρόστιμο που
καταλογίστηκε το 2020
ανερχόταν σε 4.640 ευρώ,
δηλαδή στο 40% της αξίας
του τιμολογίου.
Η
πράξη επιβολής του
προστίμου εκδόθηκε στις
24 Νοεμβρίου 2020, όταν,
σύμφωνα με τον γενικό
κανόνα, είχε ήδη
συμπληρωθεί η πενταετής
προθεσμία παραγραφής. Ο
φορολογούμενος προσέφυγε
αρχικά στη Διεύθυνση
Επίλυσης Διαφορών, χωρίς
όμως να δικαιωθεί, καθώς
η ενδικοφανής προσφυγή
του απορρίφθηκε.
Η
υπόθεση οδηγήθηκε στη
συνέχεια στο Διοικητικό
Πρωτοδικείο Κοζάνης, το
οποίο ακύρωσε το
πρόστιμο, θεωρώντας
ανίσχυρη τη μεταβατική
διάταξη του νόμου
4646/2019 που επέτρεπε
τη διενέργεια ελέγχου
εντός δεκαετίας.
Η
ΑΑΔΕ άσκησε προσφυγή
κατά της συγκεκριμένης
κρίσης, με αποτέλεσμα το
ζήτημα να εξεταστεί από
την επταμελή σύνθεση του
Β΄ Τμήματος του
Συμβουλίου της
Επικρατείας.
Κατά την εξέταση της
υπόθεσης, το δικαστήριο
έλαβε υπόψη ότι η
φορολογική αρχή δεν είχε
επικαλεστεί την ύπαρξη
συμπληρωματικών
στοιχείων, τα οποία θα
μπορούσαν ενδεχομένως να
δικαιολογήσουν
διαφορετική αντιμετώπιση
ως προς τον χρόνο
παραγραφής.
Με
βάση τα δεδομένα αυτά,
το ΣτΕ έκρινε ότι το
δικαίωμα του Δημοσίου να
επιβάλει το συγκεκριμένο
πρόστιμο είχε παραγραφεί
στις 31 Δεκεμβρίου 2019.
Η
απόφαση έχει ευρύτερη
σημασία για τις
φορολογικές εκκρεμότητες
προηγούμενων ετών, καθώς
περιορίζει τη δυνατότητα
της διοίκησης να
στηρίζεται σε
παρατεταμένες προθεσμίες
ελέγχου. Ωστόσο, η
επίδρασή της σε κάθε
υπόθεση θα εξαρτηθεί από
το συγκεκριμένο
φορολογικό έτος, το
ιστορικό του ελέγχου και
το εάν συντρέχουν άλλοι
νόμιμοι λόγοι που
επηρεάζουν την
παραγραφή.
|