|
Οι υψηλές τιμές αυξάνουν
τις ανάγκες
χρηματοδότησης
Η άνοδος των τιμών των
κατοικιών αποτελεί έναν
από τους βασικούς λόγους
για τους οποίους οι
αγοραστές αναζητούν
μεγαλύτερα στεγαστικά
δάνεια. Καθώς το κόστος
απόκτησης ενός ακινήτου
αυξάνεται, μεγαλώνει
αντίστοιχα και το ποσό
της ίδιας συμμετοχής που
πρέπει να διαθέσει ο
αγοραστής. Έτσι,
περισσότεροι
ενδιαφερόμενοι
επιδιώκουν να καλύψουν
μέσω τραπεζικού
δανεισμού μεγαλύτερο
ποσοστό της αξίας του
ακινήτου.
Τα στοιχεία του
Spitogatos
επιβεβαιώνουν ότι οι
τιμές εξακολουθούν να
κινούνται ανοδικά, αν
και με ηπιότερο ρυθμό σε
σχέση με πέρυσι. Σε
πανελλαδικό επίπεδο, η
μέση ζητούμενη τιμή
πώλησης κατοικίας
αυξήθηκε κατά 5,7% το
τρίτο τρίμηνο του 2026
σε σύγκριση με το
αντίστοιχο διάστημα του
2025, έναντι αύξησης 10%
την προηγούμενη χρονιά.
Στην Αττική, η ετήσια
άνοδος διαμορφώθηκε στο
5%, από 8,8% το τρίτο
τρίμηνο του 2025. Παρά
την επιβράδυνση του
ρυθμού αύξησης, το
επίπεδο των τιμών
παραμένει υψηλό,
διατηρώντας την πίεση
στους υποψήφιους
αγοραστές και
ενισχύοντας την ανάγκη
προσφυγής σε τραπεζική
χρηματοδότηση.
Πάνω από 80% το
LTV
στα μεγαλύτερα δάνεια
Η τάση για υψηλότερη
χρηματοδότηση
αποτυπώνεται στις
περισσότερες κατηγορίες
στεγαστικών δανείων. Για
το τρίτο τρίμηνο του
2026, ο μέσος δείκτης
δανείου προς αξία
ακινήτου (Loan-to-Value
– LTV)
στα δάνεια άνω των
100.000 ευρώ κινείται
μεταξύ 80,2% και 82,8%.
Στα μικρότερα δάνεια,
έως 50.000 ευρώ, ο
αντίστοιχος δείκτης
διαμορφώνεται στο 66,7%,
έναντι 64,2% πριν από
έναν χρόνο.
Σύμφωνα με την
IMS-FC,
στην αυξημένη
χρηματοδότηση συμβάλλει
και η καλύτερη ενημέρωση
των ενδιαφερομένων για
τα στεγαστικά
προγράμματα που έχουν
αναπτύξει οι τράπεζες τα
τελευταία χρόνια.
Ανάλογα με το
πιστοληπτικό προφίλ του
δανειολήπτη και την
αξιολόγηση του ακινήτου,
η χρηματοδότηση μπορεί
να φτάσει ακόμη και στο
90% της εκτιμηθείσας
αξίας του.
Υψηλά ποσοστά έγκρισης
στις αιτήσεις μέσω
μεσιτών πιστώσεων
Ένα ακόμη στοιχείο που
προκύπτει από την έρευνα
αφορά το ποσοστό των
αιτήσεων που εγκρίνονται
για το σύνολο του αρχικά
ζητούμενου ποσού. Στην
κατηγορία δανείων από
70.000 έως 100.000 ευρώ,
το ποσοστό αυτό φτάνει
το 95,5%, ενώ στα δάνεια
έως 50.000 ευρώ
διαμορφώνεται στο 92,3%.
Ακόμη και στις
μεγαλύτερες
χρηματοδοτήσεις, το
ποσοστό πλήρους έγκρισης
παραμένει υψηλό,
κυμαινόμενο μεταξύ 80,6%
και 88,5%.
Χρειάζεται, ωστόσο, να
διευκρινιστεί ότι τα
συγκεκριμένα στοιχεία
αφορούν αιτήσεις που
έχουν προηγουμένως
αξιολογηθεί και
προωθηθεί μέσω
εξειδικευμένων μεσιτών
πιστώσεων. Επομένως, δεν
αποτυπώνουν το σύνολο
της στεγαστικής αγοράς
ούτε σημαίνουν ότι
εγκρίνεται σχεδόν κάθε
αίτηση που υποβάλλεται
απευθείας στις τράπεζες.
Η διαδικασία προεπιλογής
και η αξιολόγηση του
προφίλ των υποψήφιων
δανειοληπτών επηρεάζουν
αναμφίβολα τα υψηλά
ποσοστά που
καταγράφονται.
Κυριαρχούν τα
προγράμματα με αρχικά
σταθερό επιτόκιο
Σαφής είναι και η
προτίμηση των
δανειοληπτών ως προς τον
τύπο επιτοκίου. Η
συντριπτική πλειονότητα
επιλέγει προγράμματα που
προσφέρουν σταθερό
επιτόκιο για τα πρώτα
χρόνια και στη συνέχεια
μετατρέπονται σε
κυμαινόμενα.
Ανάλογα με το ύψος του
δανείου, τα συγκεκριμένα
προγράμματα
αντιπροσωπεύουν από
68,8% έως 95,1% των
χρηματοδοτήσεων.
Αντίθετα, οι επιλογές με
αποκλειστικά κυμαινόμενο
επιτόκιο έχουν
περιοριστεί σημαντικά
και δεν ξεπερνούν το
1,9% σε καμία κατηγορία
δανείου.
Η εικόνα που
διαμορφώνεται δείχνει
ότι, παρά την
επιβράδυνση του ρυθμού
αύξησης των τιμών, η
απόκτηση κατοικίας
εξακολουθεί να απαιτεί
ολοένα μεγαλύτερη
χρηματοδοτική
προσπάθεια. Οι τράπεζες
καλύπτουν πλέον
μεγαλύτερο μέρος της
αξίας των ακινήτων, ενώ
οι αγοραστές αναζητούν
υψηλότερα ποσοστά
δανεισμού και μεγαλύτερη
προβλεψιμότητα στο
κόστος εξυπηρέτησης,
τουλάχιστον κατά τα
πρώτα χρόνια του
δανείου.
|