|
Οι προσφορές των
τραπεζών
Ο ανταγωνισμός στην
πρώτη κατοικία
αποτυπώνεται στις
διαφορετικές προτάσεις
των τεσσάρων συστημικών
τραπεζών.
|
Τράπεζα /
πρόγραμμα
|
Προνομιακό
σταθερό
επιτόκιο
|
Διάρκεια
προσφοράς
|
|
Εθνική – «Πρώτο
μου σπίτι»
|
από 2,50%
|
3 έτη
|
|
Alpha
Bank
– «Alpha
Πρώτη κατοικία»
|
2,40% για 1 έτος
/ 2,50% για 3
έτη
|
1–3 έτη
|
|
Πειραιώς –
«Σπίτι 25»
|
από 2,20%
|
4 έτη
|
|
Eurobank – πρώτη
κατοικία
|
2,50%
|
3 έτη
|
Οι προσφορές αυτές
αποκτούν ιδιαίτερη
σημασία σε μια περίοδο
κατά την οποία οι τιμές
των κατοικιών παραμένουν
υψηλές και το κόστος
χρηματοδότησης αποτελεί
έναν από τους βασικούς
παράγοντες που
καθορίζουν την
αγοραστική δυνατότητα
των νοικοκυριών.
Εθνική: Από 2,50% για
την πρώτη κατοικία
Η Εθνική Τράπεζα
προσφέρει το πρόγραμμα
«Πρώτο μου
σπίτι», με
σταθερό επιτόκιο 2,50%
για τα πρώτα τρία
χρόνια.
Για αντίστοιχη διάρκεια,
το συμβατικό σταθερό
επιτόκιο κινείται μεταξύ
2,90% και 3,10%.
Στη συνέχεια, το
επιτόκιο διαμορφώνεται
στο 3,50% για πενταετή
σταθερή περίοδο και στο
3,70% για δεκαετή
περίοδο. Η συγκεκριμένη
προσφορά παραμένει σε
ισχύ έως το τέλος του
2026.
Alpha
Bank:
Χαμηλό επιτόκιο και μετά
κυμαινόμενο
Η Alpha
Bank,
μέσω του «Alpha
Πρώτη κατοικία»,
προσφέρει σταθερό
επιτόκιο 2,40% για τον
πρώτο χρόνο και 2,50%
για τα πρώτα τρία
χρόνια.
Τα αντίστοιχα συμβατικά
επιτόκια είναι 2,70% και
2,90%.
Μετά την περίοδο
σταθερού επιτοκίου, το
δάνειο μετατρέπεται σε
κυμαινόμενο, με βάση το
Euribor
τριμήνου
και περιθώριο από 1,80%
έως 2%, ανάλογα με το
ποσό του δανείου.
Πρόσθετες εκπτώσεις στο
περιθώριο προβλέπονται
για πελάτες που
διατηρούν τη μισθοδοσία
τους στην τράπεζα ή
εντάσσονται στην
υπηρεσία Gold
Personal
Banking.
Πειραιώς: Έκπτωση 25%
για τα πρώτα τέσσερα
χρόνια
Το πρόγραμμα
«Σπίτι 25» της
Τράπεζας Πειραιώς
προβλέπει μείωση κατά
25% του σταθερού
επιτοκίου για τα πρώτα
τέσσερα χρόνια.
Ενδεικτικά, το επιτόκιο
για αυτή την περίοδο
διαμορφώνεται από 2,20%
έως 2,75%.
Για το πέμπτο έτος
κυμαίνεται από 2,90% έως
3,70%, ενώ στη συνέχεια
εφαρμόζεται κυμαινόμενο
επιτόκιο με βάση το
Euribor
ενός μήνα και σταθερό
περιθώριο, το οποίο
κυμαίνεται από 1,30% έως
2,35%.
Eurobank:
Έμφαση σε αγορά και
κατασκευή
Η Eurobank
προσφέρει μειωμένο
σταθερό επιτόκιο
2,50% για τα πρώτα τρία
χρόνια για την
αγορά ή κατασκευή πρώτης
κατοικίας, έναντι 2,90%
στο αντίστοιχο συμβατικό
προϊόν.
Στη συνέχεια, το
επιτόκιο συνδέεται με το
Euribor
τριμήνου και περιθώριο
από 1,45%.
Το περιθώριο μπορεί να
μειωθεί ανάλογα με το
προφίλ του πελάτη, τη
μισθοδοσία, την
πιστοληπτική του
ικανότητα, τις
καταθέσεις ή επενδύσεις
του και τα
χαρακτηριστικά του
ακινήτου. Επιπλέον
όφελος μπορεί να υπάρχει
όταν το ακίνητο που
χρηματοδοτείται έχει
ενεργειακή κλάση Β+ ή
υψηλότερη.
Τα στεγαστικά
επιστρέφουν
Η εικόνα της αγοράς
στεγαστικών έχει αλλάξει
σημαντικά μέσα σε έναν
χρόνο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία
της Τράπεζας της
Ελλάδος, οι νέες
συμβάσεις στεγαστικών
δανείων στο επτάμηνο
Ιανουαρίου–Ιουλίου 2026
ανήλθαν σε περίπου
2,1 δισ. ευρώ,
έναντι 1,1 δισ. ευρώ το
αντίστοιχο διάστημα του
2025.
Η αύξηση φτάνει περίπου
το 91%.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό
είναι ότι το ποσό των
επτά πρώτων μηνών του
2026 έχει σχεδόν φτάσει
το σύνολο του 2025, όταν
οι νέες στεγαστικές
συμβάσεις είχαν ανέλθει
σε περίπου 2,14 δισ.
ευρώ.
Ωστόσο, τα στοιχεία
χρειάζονται προσεκτική
ανάγνωση. Στο
συγκεκριμένο ποσό δεν
περιλαμβάνονται μόνο τα
νέα στεγαστικά δάνεια,
καθώς περιλαμβάνονται
και
επαναδιαπραγματεύσεις
υφιστάμενων ενήμερων
δανείων, ενώ εξαιρείται
το επιδοτούμενο σκέλος
των δανείων του «Σπίτι
μου 2».
Οι επαναδιαπραγματεύσεις
εκτιμάται ότι προσθέτουν
περίπου 300–400
εκατ. ευρώ στο
συνολικό ποσό, επομένως
οι καθαρά νέες
εκταμιεύσεις είναι
χαμηλότερες.
Το «Σπίτι μου 3» και οι
περίπου 1.000 εκκρεμείς
περιπτώσεις
Σημαντική δεξαμενή
ζήτησης για τα τραπεζικά
προγράμματα πρώτης
κατοικίας αποτελεί και η
αγορά που έμεινε εκτός
του «Σπίτι μου 2».
Περίπου 1.000
εγκεκριμένα δάνεια
δεν κατέληξαν τελικά σε
υπογεγραμμένη σύμβαση,
αφήνοντας ένα μέρος της
ζήτησης ενεργό στην
αγορά.
Μέχρι να ενεργοποιηθεί
το νέο πρόγραμμα
«Σπίτι μου 3»,
το οποίο αναμένεται στις
αρχές του 2027, οι
τράπεζες διατηρούν τις
δικές τους προσφορές
ώστε να μη χαθεί το
ενδιαφέρον όσων έχουν
ήδη βρει ακίνητο και
αναζητούν χρηματοδότηση.
Το ζητούμενο για τις
τράπεζες είναι να
αξιοποιήσουν αυτή τη
ζήτηση χωρίς να
περιμένουν αποκλειστικά
τα επιδοτούμενα
προγράμματα.
Μόλις μία στις δέκα
αγοραπωλησίες με
τραπεζικό δάνειο
Παρά τη θεαματική άνοδο
της ζήτησης για
στεγαστικά, η ελληνική
αγορά παραμένει
ιδιαίτερα χαμηλά σε ό,τι
αφορά τη χρήση
τραπεζικού δανεισμού για
την αγορά κατοικίας.
Εκτιμάται ότι
μόλις περίπου μία στις
δέκα αγοραπωλησίες
ακινήτων
χρηματοδοτείται μέσω
τραπεζικού δανείου.
Το 2024
πραγματοποιήθηκαν
σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ
περίπου 145.765
αγοραπωλησίες ακινήτων,
χωρίς να περιλαμβάνονται
οι γονικές παροχές, ενώ
η ΑΑΔΕ υπολογίζει την
αξία των μεταβιβάσεων
που αποτυπώθηκαν στα
συμβόλαια σε περίπου
23 δισ. ευρώ.
Η διαφορά σε σχέση με
άλλες ευρωπαϊκές αγορές
παραμένει μεγάλη, καθώς
στην Ελλάδα η αγορά
ακινήτων εξακολουθεί να
στηρίζεται σε πολύ
μεγαλύτερο βαθμό σε ίδια
κεφάλαια.
Το μεγάλο παράδοξο της
ελληνικής αγοράς
Η εικόνα δημιουργεί ένα
χαρακτηριστικό παράδοξο.
Από τη μία πλευρά, τα
στεγαστικά δάνεια
επιστρέφουν δυναμικά, με
τις τράπεζες να
διεκδικούν ξανά μερίδιο
σε μια αγορά που για
χρόνια βρισκόταν σε
υποχώρηση.
Από την άλλη, το
μεγαλύτερο μέρος των
αγοραπωλησιών
εξακολουθεί να
πραγματοποιείται χωρίς
τραπεζική χρηματοδότηση.
Αυτό περιορίζει το βάθος
της αγοράς στεγαστικής
πίστης, αλλά ταυτόχρονα
δείχνει και το σημαντικό
περιθώριο ανάπτυξης
εφόσον οι τιμές των
ακινήτων, τα εισοδήματα
και το κόστος χρήματος
επιτρέψουν σε
περισσότερα νοικοκυριά
να προσφύγουν στον
τραπεζικό δανεισμό.
Το επόμενο κρίσιμο
σημείο είναι πλέον τα
επιτόκια. Όσο οι
τράπεζες μπορούν να
διατηρούν τις προσφορές
πρώτης κατοικίας σε
επίπεδα κοντά στο 2,5%,
η ζήτηση έχει ένα ισχυρό
κίνητρο να παραμείνει
ενεργή. Εάν όμως η
άνοδος του κόστους
χρήματος οδηγήσει σε
γενικευμένες αυξήσεις
των σταθερών επιτοκίων,
το κόστος απόκτησης
κατοικίας μπορεί να
αυξηθεί ακόμη
περισσότερο για τους
νέους δανειολήπτες.
|