|
Τα βασικά προβλήματα της
αγοράς κατοικίας
Η άνοδος των τιμών
συνεχίζει να ασκεί
έντονες πιέσεις στα
ελληνικά νοικοκυριά. Το
2025, οι τιμές των
ακινήτων αυξήθηκαν κατά
περίπου 7,85%,
παρουσιάζοντας μεν
επιβράδυνση σε σχέση με
το 2024, αλλά
παραμένοντας σε υψηλά
επίπεδα. Η τάση αυτή
αποδίδεται κυρίως στην
αυξημένη ζήτηση, τη
χαμηλή οικοδομική
δραστηριότητα και την
περιορισμένη
διαθεσιμότητα ποιοτικών
κατοικιών.
Καθοριστικό ρόλο παίζει
και το μεγάλο ποσοστό
κενών κατοικιών, που
προσεγγίζει το 35% του
συνολικού αποθέματος.
Παράλληλα, η πλειονότητα
των ακινήτων είναι
παλαιά: πάνω από το 60%
έχει ηλικία άνω των 30
ετών, ενώ σημαντικό
μέρος έχει κατασκευαστεί
τις δεκαετίες του 1970
και 1980 χωρίς
ουσιαστικές
ανακαινίσεις.
Η περιορισμένη ανανέωση
του αποθέματος
αποτυπώνεται και στα
στοιχεία της αγοράς:
μόλις ένα μικρό ποσοστό
των διαθέσιμων προς
πώληση κατοικιών είναι
ανακαινισμένο, γεγονός
που εντείνει την
ανισορροπία μεταξύ
προσφοράς και ζήτησης
και διατηρεί τις τιμές
σε ανοδική τροχιά.
Οι προτάσεις για
ενίσχυση της προσφοράς
Το ΔΝΤ εισηγείται μια
σαφή αλλαγή
προσανατολισμού της
στεγαστικής πολιτικής,
με βασικό στόχο την
ενεργοποίηση του
υφιστάμενου αποθέματος.
Στο πλαίσιο αυτό
προτείνεται:
Επέκταση προγραμμάτων
ανακαίνισης με
εισοδηματικά κριτήρια
Επιβολή αντικινήτρων για
διατήρηση κενών
ακινήτων, ιδιαίτερα σε
περιοχές υψηλής ζήτησης
Επιτάχυνση της ανάπτυξης
κοινωνικής κατοικίας
Ιδιαίτερη σημασία
αποδίδεται στην
κοινωνική κατοικία, όπου
η Ελλάδα υστερεί
σημαντικά σε σχέση με
τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ήδη προωθούνται
πρωτοβουλίες για την
κατασκευή χιλιάδων
κατοικιών που θα
καλύψουν ανάγκες
ευάλωτων ομάδων,
αξιοποιώντας και δημόσια
ακίνητα μέσω συνεργασιών
με ιδιώτες.
Γραφειοκρατία και
καθυστερήσεις
επιβαρύνουν την αγορά
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα
είναι η αργή ολοκλήρωση
των συναλλαγών στην
αγορά ακινήτων. Σήμερα,
μια αγοραπωλησία μπορεί
να απαιτεί σχεδόν 10
μήνες για να
ολοκληρωθεί, με
αποτέλεσμα ακίνητα να
παραμένουν εκτός αγοράς
για μεγάλα χρονικά
διαστήματα.
Η καθυστέρηση αυτή έχει
αλυσιδωτές επιπτώσεις:
περιορίζει την προσφορά,
αυξάνει το κόστος και
δημιουργεί αντικίνητρα
για επενδύσεις. Σε
πολλές περιπτώσεις,
ιδιοκτήτες που επιθυμούν
να πουλήσουν
αναγκάζονται να
αποσύρουν προσωρινά τα
ακίνητα από την αγορά
ενοικίων, οδηγώντας σε
περαιτέρω στενότητα
διαθέσιμων κατοικιών.
Η μεγάλη πρόκληση
Η συνολική εικόνα
καταδεικνύει ότι το
πρόβλημα της στέγασης
στην Ελλάδα δεν είναι
μονοδιάστατο, αλλά
αποτέλεσμα διαρθρωτικών
αδυναμιών. Η
περιορισμένη προσφορά, η
παλαιότητα των ακινήτων,
η χαμηλή κινητικότητα
της αγοράς και οι
θεσμικές καθυστερήσεις
συνθέτουν ένα σύνθετο
σκηνικό.
Το μήνυμα του ΔΝΤ είναι
σαφές: χωρίς στοχευμένες
μεταρρυθμίσεις και πιο
ενεργητική πολιτική
αξιοποίησης των
διαθέσιμων πόρων, η
στεγαστική κρίση
κινδυνεύει να ενταθεί
περαιτέρω, επιβαρύνοντας
τόσο τα νοικοκυριά όσο
και τη συνολική
οικονομική
δραστηριότητα.
|