|
Η σύγκριση αυτή
αμφισβητεί σε σημαντικό
βαθμό την άποψη ότι η
βραχυχρόνια μίσθωση
αποτελεί τη βασική αιτία
της περιορισμένης
προσφοράς κατοικιών.
Παρότι έχει επηρεάσει
συγκεκριμένες περιοχές
και τοπικές αγορές, το
απόθεμα των κλειστών
κατοικιών είναι
πολλαπλάσιο.
Ωστόσο, οι αριθμοί δεν
αποτυπώνουν πλήρως την
πραγματική εικόνα. Όπως
επισημαίνει ο κ. Μπάκας,
δεν είναι όλες οι
κατοικίες που
εμφανίζονται ως κλειστές
άμεσα αξιοποιήσιμες ή
διαθέσιμες προς μίσθωση
και πώληση.
Ένα σημαντικό μέρος
αυτών των ακινήτων
συνδέεται με
κληρονομικές
εκκρεμότητες,
πολεοδομικά προβλήματα ή
οικονομική αδυναμία των
ιδιοκτητών να
προχωρήσουν στις
απαραίτητες
ανακαινίσεις. Παράλληλα,
πολλές κατοικίες έχουν
κατασκευαστεί πριν από
το 1980 και απαιτούν
εκτεταμένες παρεμβάσεις
για να καταστούν
λειτουργικές και
ενεργειακά αποδοτικές.
Επιπλέον, σημαντικός
αριθμός ακινήτων
βρίσκεται σήμερα στα
χαρτοφυλάκια επενδυτικών
κεφαλαίων και εταιρειών
διαχείρισης απαιτήσεων,
γεγονός που δυσχεραίνει
την επανένταξή τους στην
αγορά.
Η έκταση του προβλήματος
αποτυπώνεται ακόμη και
σε περιοχές με έντονη
ζήτηση. Στον Δήμο
Ζωγράφου, όπου
συγκεντρώνεται
σημαντικός αριθμός
φοιτητών λόγω της
εγγύτητας με
πανεπιστημιακά ιδρύματα,
καταγράφονται 9.704
κλειστές κατοικίες. Το
στοιχείο αυτό
καταδεικνύει ότι το
πρόβλημα δεν σχετίζεται
αποκλειστικά με τη
ζήτηση, αλλά και με τη
δυσκολία αξιοποίησης
ενός μεγάλου μέρους του
υφιστάμενου οικιστικού
αποθέματος.
Σημαντικό εργαλείο προς
αυτή την κατεύθυνση
αποτελεί το πρόγραμμα
«Ανακαινίζω», το οποίο
στοχεύει στην επαναφορά
παλαιών κατοικιών στην
αγορά. Ωστόσο, σύμφωνα
με παράγοντες του
κλάδου, η επιδότηση που
φτάνει έως τα 300 ευρώ
ανά τετραγωνικό μέτρο
συχνά δεν επαρκεί για
την κάλυψη του
πραγματικού κόστους μιας
ολοκληρωμένης
ανακαίνισης, ιδιαίτερα
σε παλαιότερα ακίνητα.
Παράλληλα, οι ιδιοκτήτες
καλούνται να καλύψουν
μέρος της επένδυσης με
ίδια κεφάλαια ή μέσω
τραπεζικού δανεισμού,
κάτι που παραμένει
δύσκολο για πολλούς
μικροϊδιοκτήτες σε ένα
περιβάλλον αυξημένου
κόστους κατασκευών και
υψηλών επιτοκίων.
Η ενεργοποίηση των
εκατοντάδων χιλιάδων
κλειστών κατοικιών
προϋποθέτει μια συνολική
και στοχευμένη
στεγαστική πολιτική.
Απαιτείται ακριβής
καταγραφή του πραγματικά
αξιοποιήσιμου
αποθέματος, επίλυση
νομικών και πολεοδομικών
εκκρεμοτήτων, ενίσχυση
των κινήτρων ανακαίνισης
και δημιουργία
κατάλληλων συνθηκών ώστε
οι ιδιοκτήτες να
επαναφέρουν τα ακίνητά
τους στην αγορά.
Η αντιμετώπιση της
στεγαστικής κρίσης δεν
συνδέεται μόνο με την
κατασκευή νέων
κατοικιών, αλλά και με
την αποτελεσματική
αξιοποίηση του
υφιστάμενου κτιριακού
αποθέματος. Εφόσον ένα
σημαντικό μέρος των
κλειστών κατοικιών
επανενταχθεί οργανωμένα
στην αγορά, θα μπορούσε
να ενισχυθεί η προσφορά,
να περιοριστούν οι
πιέσεις στα ενοίκια και
να βελτιωθεί η πρόσβαση
των πολιτών σε
οικονομικά προσιτή
στέγη.
Το ζητούμενο, επομένως,
δεν είναι απλώς να
ανοίξουν περισσότερα
σπίτια, αλλά να
εφαρμοστεί μια
ολοκληρωμένη στεγαστική
στρατηγική που θα
μετατρέψει το
ανεκμετάλλευτο οικιστικό
απόθεμα σε ουσιαστική
λύση για το στεγαστικό
πρόβλημα της χώρας.
|