|
Ωστόσο, οι κεντρικές
τράπεζες αντιμετωπίζουν
την κατάσταση
διαφορετικά. Σύμφωνα με
αναλυτές της ING,
υπάρχουν τουλάχιστον
τέσσερις βασικοί λόγοι
για τους οποίους η
αποκλιμάκωση στις αγορές
ενέργειας δεν αρκεί από
μόνη της για να αλλάξει
άμεσα η στάση τους.
Ο πρώτος αφορά την ίδια
την αγορά πετρελαίου.
Ακόμη και στην περίπτωση
πλήρους επαναφοράς των
μεταφορών μέσω των
Στενών του Ορμούζ, η
αγορά έχει ήδη
απορροφήσει σημαντικές
απώλειες προσφοράς. Τα
στρατηγικά αποθέματα που
χρησιμοποιήθηκαν κατά τη
διάρκεια της κρίσης θα
χρειαστεί να
αναπληρωθούν, ενώ
αρκετές ενεργειακές
εγκαταστάσεις θα
απαιτήσουν χρόνο και
επενδύσεις για να
επιστρέψουν στην πλήρη
λειτουργία τους. Ως
αποτέλεσμα, οι τιμές
ενδέχεται να παραμείνουν
σε σχετικά υψηλά
επίπεδα, ακόμη και μετά
την αποκλιμάκωση των
γεωπολιτικών εντάσεων.
Ανάλογη εικόνα
καταγράφεται και στην
αγορά φυσικού αερίου. Η
Ευρώπη αναμένεται να
βρεθεί αντιμέτωπη με
αυξημένο ανταγωνισμό από
την Ασία για την
εξασφάλιση φορτίων
υγροποιημένου φυσικού
αερίου (LNG),
γεγονός που διατηρεί τις
ανοδικές πιέσεις στις
τιμές. Για τις
ευρωπαϊκές οικονομίες,
οι οποίες εξακολουθούν
να εξαρτώνται σημαντικά
από το φυσικό αέριο για
την παραγωγή ηλεκτρικής
ενέργειας, η εξέλιξη
αυτή αποτελεί διαρκή
πηγή αβεβαιότητας.
Ο δεύτερος παράγοντας
αφορά τη βιωσιμότητα
μιας ενδεχόμενης
συμφωνίας. Ακόμη και αν
επιτευχθεί πολιτική
συμφωνία, παραμένει
αβέβαιο κατά πόσο η
ναυσιπλοΐα θα επανέλθει
πλήρως και χωρίς
κινδύνους. Οι
ναυτιλιακές και
ασφαλιστικές εταιρείες
ενδέχεται να συνεχίσουν
να ενσωματώνουν υψηλό
ασφάλιστρο κινδύνου στις
δραστηριότητές τους,
διατηρώντας αυξημένο το
κόστος μεταφοράς.
Ο τρίτος λόγος
σχετίζεται με τη
διάρκεια της κρίσης.
Καθώς η αναστάτωση στην
περιοχή διαρκεί πλέον
αρκετούς μήνες, οι
επιπτώσεις έχουν αρχίσει
να ενσωματώνονται στις
εφοδιαστικές αλυσίδες,
στις επιχειρηματικές
αποφάσεις και τελικά
στις τιμές προϊόντων και
υπηρεσιών. Οι
πληθωριστικές πιέσεις
δεν εξαρτώνται πλέον
αποκλειστικά από την
πορεία του πετρελαίου,
αλλά και από τις
δευτερογενείς επιδράσεις
που έχουν ήδη περάσει
στην οικονομία.
Ο τέταρτος παράγοντας
αφορά την αξιοπιστία των
κεντρικών τραπεζών. Τόσο
η Ευρωπαϊκή Κεντρική
Τράπεζα όσο και άλλοι
νομισματικοί οργανισμοί
έχουν επανειλημμένα
προειδοποιήσει ότι η
παρατεταμένη ενεργειακή
κρίση θα μπορούσε να
απαιτήσει αυστηρότερη
νομισματική πολιτική.
Εάν εγκαταλείψουν
γρήγορα αυτή τη γραμμή,
υπάρχει ο κίνδυνος οι
αγορές να αμφισβητήσουν
τη συνέπεια των
παρεμβάσεών τους.
Για την Ελλάδα, οι
εξελίξεις αυτές αποκτούν
ιδιαίτερη σημασία καθώς
επηρεάζουν άμεσα
βασικούς τομείς της
οικονομίας.
Το πρώτο και πιο άμεσο
κανάλι είναι τα καύσιμα.
Αν οι διεθνείς τιμές του
πετρελαίου παραμείνουν
σε υψηλά επίπεδα, η
αποκλιμάκωση στις τιμές
των πρατηρίων θα είναι
περιορισμένη και αργή,
επηρεάζοντας τόσο τα
νοικοκυριά όσο και το
κόστος λειτουργίας των
επιχειρήσεων.
Το δεύτερο αφορά την
ηλεκτρική ενέργεια. Η
αβεβαιότητα στην αγορά
φυσικού αερίου συνεχίζει
να επηρεάζει το κόστος
παραγωγής ρεύματος,
γεγονός που διατηρεί
πιέσεις στα τιμολόγια
και τροφοδοτεί τον
πληθωρισμό.
Το τρίτο σχετίζεται με
το κόστος δανεισμού. Εάν
η Ευρωπαϊκή Κεντρική
Τράπεζα καθυστερήσει τη
μείωση των επιτοκίων ή
διατηρήσει τη σκληρή της
στάση για μεγαλύτερο
χρονικό διάστημα, το
κόστος εξυπηρέτησης
στεγαστικών και
επιχειρηματικών δανείων
θα παραμείνει αυξημένο,
επηρεάζοντας επενδύσεις
και κατανάλωση.
Τέλος, το διαθέσιμο
εισόδημα των νοικοκυριών
εξακολουθεί να δέχεται
πιέσεις. Παρά τη
βελτίωση σε δείκτες όπως
η απασχόληση και η
ανάπτυξη, οι αυξημένες
δαπάνες για ενέργεια,
μεταφορές, στέγαση και
βασικά αγαθά περιορίζουν
την πραγματική
αγοραστική δύναμη των
πολιτών.
Συνεπώς, ακόμη και αν
επιτευχθεί συμφωνία
μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν και
αποκατασταθεί η
λειτουργία των Στενών
του Ορμούζ, οι
οικονομικές επιπτώσεις
της κρίσης δεν πρόκειται
να εξαφανιστούν άμεσα.
Οι αγορές μπορεί να
προεξοφλούν την επόμενη
ημέρα, όμως οι κεντρικές
τράπεζες και οι
οικονομίες θα συνεχίσουν
να διαχειρίζονται τις
συνέπειες ενός σοκ που
έχει ήδη αφήσει ισχυρό
αποτύπωμα στις τιμές,
στην ενέργεια και στη
συνολική οικονομική
δραστηριότητα.
|