|
Την ίδια
στιγμή, το στεγαστικό
πρόγραμμα
«Σπίτι Μου 2»,
που εφαρμόζεται από τις
αρχές του 2025, φαίνεται
πως έχει λειτουργήσει ως
πρόσθετος καταλύτης για
την επιτάχυνση της
ανόδου των τιμών στην
εγχώρια αγορά. Σύμφωνα
με τα στοιχεία της
Τράπεζας της Ελλάδος,
κατά το
γ’ τρίμηνο του 2025
οι τιμές κατοικιών
αυξήθηκαν σε ετήσια βάση
κατά
7,7% σε
πανελλαδικό επίπεδο.
Στην
Αττική ο
αντίστοιχος ρυθμός
ανήλθε σε
6,6%, στη
Θεσσαλονίκη σε
9,6%, στις
λοιπές μεγάλες πόλεις σε
8,9%, ενώ στην
υπόλοιπη χώρα –κυρίως σε
τουριστικές περιοχές–
καταγράφηκε αύξηση
8,5%.
Από το
χαμηλό σημείο του
2017 έως και το
τρίτο τρίμηνο του 2025,
οι τιμές πώλησης
κατοικιών έχουν αυξηθεί
συνολικά κατά
86%, βάσει των
επίσημων δεικτών της
ΤτΕ. Στην
Αττική, η
συνολική άνοδος φτάνει
το
103%, ενώ στη
Θεσσαλονίκη
διαμορφώνεται περίπου
στο
100%,
επιβεβαιώνοντας τη
δυναμική αλλά και τις
πιέσεις που έχουν
αναπτυχθεί στις δύο
μεγαλύτερες αγορές της
χώρας.
Ενδεικτικό της
επιβάρυνσης για τα
νοικοκυριά είναι το
γεγονός ότι η
Αθήνα
κατατάσσεται πλέον
δεύτερη ακριβότερη πόλη
στην Ευρώπη
όσον αφορά την αγορά
νεόδμητης κατοικίας σε
σχέση με τα εισοδήματα.
Σύμφωνα με μελέτη της
Deloitte,
απαιτούνται
15,3 έτη μικτών αποδοχών
για την απόκτηση ενός
νεόδμητου διαμερίσματος
70 τ.μ., με
μοναδική πόλη που την
ξεπερνά να είναι το
Άμστερνταμ,
όπου ο αντίστοιχος
δείκτης φτάνει τα
15,4 έτη.
Το
ερώτημα που ανακύπτει
είναι κατά πόσο αυτή η
πορεία μπορεί να
διατηρηθεί. Παράγοντες
της αγοράς εκτιμούν ότι
όσο οι τιμές συνεχίζουν
να αυξάνονται, τόσο
περιορίζεται ο αριθμός
των δυνητικών αγοραστών,
καθώς τα εισοδήματα των
νοικοκυριών δεν
ακολουθούν αντίστοιχους
ρυθμούς ανόδου.
Παράλληλα, τα αυστηρά
τραπεζικά κριτήρια και
οι υψηλές απαιτήσεις για
τη χορήγηση στεγαστικών
δανείων καθιστούν ολοένα
και δυσκολότερη τη
χρηματοδότηση της αγοράς
κατοικίας, ιδίως μετά
την ολοκλήρωση του
προγράμματος
«Σπίτι Μου 2»,
που αναμένεται να
αποτελέσει κρίσιμο
σημείο καμπής για την
αγορά.
|