|
Το εναλλακτικό σενάριο
προβλέπει αύξηση κατά
80 ευρώ,
από τα 920 στα 1.000
ευρώ, και μάλιστα
νωρίτερα από τον Απρίλιο
του 2027. Η εφαρμογή θα
μπορούσε να ξεκινήσει
από την 1η
Ιανουαρίου, την 1η
Φεβρουαρίου ή, σε πιο
καθυστερημένο σενάριο,
την 1η Μαρτίου 2027.
Γιατί ενισχύεται το
σενάριο των 1.000 ευρώ
Μια αύξηση του κατώτατου
μισθού στα 1.000 ευρώ θα
είχε σαφές πολιτικό και
κοινωνικό αποτύπωμα,
καθώς θα ενίσχυε άμεσα
τα εισοδήματα των
χαμηλότερα αμειβόμενων
εργαζομένων σε μια
περίοδο κατά την οποία
το κόστος ζωής παραμένει
αυξημένο.
Παράλληλα, θα μπορούσε
να λειτουργήσει ως
αντιστάθμισμα στις
πληθωριστικές πιέσεις
που έχουν ενισχυθεί
εξαιτίας της ενεργειακής
και γεωπολιτικής
αναταραχής.
Υπάρχει, όμως, και ένας
ακόμη παράγοντας που
αφορά το χρονοδιάγραμμα.
Εφόσον οι επόμενες
εθνικές εκλογές
πραγματοποιηθούν την
άνοιξη του 2027, η
κανονική διαδικασία
διαβούλευσης για τον
καθορισμό του κατώτατου
μισθού, η οποία
πραγματοποιείται από τον
Ιανουάριο έως τον
Μάρτιο, θα συμπέσει
ουσιαστικά με την
προεκλογική περίοδο.
Ως αποτέλεσμα, εάν η
κυβέρνηση αποφασίσει να
επισπεύσει την αύξηση,
θα χρειαστεί πιθανότατα
ειδική νομοθετική
παρέμβαση.
Το χρονοδιάγραμμα θα
μπορούσε να είναι:
|
Έναρξη
αύξησης
|
Προθεσμία
νομοθετικής
παρέμβασης
|
|
1 Ιανουαρίου
2027
|
Έως τέλη
Δεκεμβρίου 2026
|
|
1 Φεβρουαρίου
2027
|
Έως τέλη
Ιανουαρίου 2027
|
|
1 Μαρτίου 2027
|
Έως τέλη
Φεβρουαρίου 2027
|
Το
κόστος για τις
επιχειρήσεις
Ένα από τα βασικά
ερωτήματα είναι κατά
πόσο μια αύξηση 80 ευρώ
θα δημιουργούσε
σημαντική επιβάρυνση για
τις επιχειρήσεις,
ιδιαίτερα για τις μικρές
και πολύ μικρές
επιχειρήσεις που
απασχολούν εργαζομένους
με αποδοχές κοντά στον
κατώτατο μισθό.
Η εκτίμηση που
διατυπώνεται είναι ότι
το πραγματικό κόστος
μπορεί να είναι
χαμηλότερο από αυτό που
προκύπτει από μια απλή
σύγκριση των ονομαστικών
μισθών. Σε αρκετές
περιπτώσεις, οι
εργαζόμενοι που
εμφανίζονται επίσημα να
αμείβονται με τον
κατώτατο μισθό φέρονται
να λαμβάνουν πρόσθετες
αμοιβές μέσω
bonus,
vouchers
ή άλλων μορφών
αποζημίωσης.
Με βάση τα στοιχεία της
Εργάνης, περίπου
600.000 εργαζόμενοι του
ιδιωτικού τομέα,
δηλαδή περίπου ένας
στους πέντε, αμείβονται
με τον κατώτατο μισθό.
Εφόσον ένα μέρος των
πραγματικών αποδοχών
είναι υψηλότερο από το
δηλωμένο ποσό, μια
αύξηση του κατώτατου
μισθού θα μπορούσε σε
ορισμένες περιπτώσεις να
λειτουργήσει περισσότερο
ως μεταφορά μέρους της
υφιστάμενης αμοιβής από
μη τυπικές σε επίσημες
μορφές, παρά ως πλήρης
καινούργια επιβάρυνση
για τον εργοδότη.
Ταυτόχρονα, το Δημόσιο
θα είχε τη δυνατότητα να
ανακτήσει μέρος του
κόστους μέσω αυξημένων
φορολογικών
εσόδων και ασφαλιστικών
εισφορών.
Η υψηλότερη μισθολογική
δαπάνη θα μπορούσε
επίσης να ενισχύσει την
κατανάλωση και, μέσω
αυτής, τα έσοδα από ΦΠΑ.
Το μεγάλο δημοσιονομικό
ζήτημα βρίσκεται στο
Δημόσιο
Το μεγαλύτερο
δημοσιονομικό ερώτημα,
ωστόσο, δεν αφορά μόνο
τους εργαζομένους του
ιδιωτικού τομέα.
Με βάση το ισχύον
πλαίσιο, η αύξηση του
κατώτατου μισθού
συνδέεται άμεσα με τις
αποδοχές των δημοσίων
υπαλλήλων. Η αύξηση που
χορηγείται στον κατώτατο
μισθό μεταφέρεται
οριζόντια και στο
Δημόσιο.
Αυτό έχει ήδη εφαρμοστεί
στις αυξήσεις του
Απριλίου 2025 και του
Απριλίου 2026.
Επομένως, μια αύξηση του
κατώτατου μισθού κατά
80 ευρώ αντί για
30 ευρώ θα είχε
πολύ μεγαλύτερο
δημοσιονομικό αποτύπωμα.
Η διαφορά είναι
ιδιαίτερα σημαντική:
προβλεπόμενη αύξηση
κατώτατου μισθού:
30 ευρώ
εξεταζόμενη αύξηση:
80 ευρώ
πρόσθετη αύξηση:
50 ευρώ
ποσοστιαία διαφορά:
περίπου 167%
υψηλότερη σε
σχέση με τα 30 ευρώ.
Με βάση τον Πολυετή
Δημοσιονομικό
Προγραμματισμό
2026-2029, η
προβλεπόμενη δαπάνη για
την οριζόντια αύξηση του
μισθολογίου του Δημοσίου
το 2027 ανέρχεται
περίπου στα 310
εκατ. ευρώ, με
την εκτίμηση αυτή να
βασίζεται σε αύξηση του
κατώτατου μισθού κατά 30
ευρώ.
Μια αύξηση κατά 80 ευρώ
θα μπορούσε να ανεβάσει
τη σχετική δημοσιονομική
δαπάνη σε πάνω
από 800 εκατ. ευρώ,
δηλαδή περίπου
500 εκατ. ευρώ υψηλότερα
από την υφιστάμενη
πρόβλεψη.
Ένας «κρυφός» μηχανισμός
επιστροφής του κόστους
Το δημοσιονομικό κόστος,
πάντως, δεν θα ήταν
απαραίτητα ισόποσο με
την καθαρή επιβάρυνση
του προϋπολογισμού.
Η αύξηση των μισθών
συνεπάγεται υψηλότερες
ασφαλιστικές
εισφορές και φορολογικές
κρατήσεις, ενώ
η ενίσχυση του
διαθέσιμου εισοδήματος
μπορεί να οδηγήσει σε
μεγαλύτερη κατανάλωση
και συνεπώς σε
υψηλότερες εισπράξεις
ΦΠΑ.
Ιδιαίτερα στην περίπτωση
των δημοσίων υπαλλήλων,
ένα μέρος της πρόσθετης
μισθολογικής δαπάνης
επιστρέφει στο κράτος
μέσω των φόρων και των
εισφορών.
Παράλληλα, οι χαμηλότερα
αμειβόμενοι εργαζόμενοι
έχουν συνήθως υψηλότερη
οριακή ροπή προς
κατανάλωση, γεγονός που
σημαίνει ότι ένα μεγάλο
μέρος της πρόσθετης
αμοιβής είναι πιθανό να
κατευθυνθεί στην αγορά
και όχι στην
αποταμίευση.
Το κρίσιμο δίλημμα για
την κυβέρνηση
Το ενδεχόμενο κατώτατου
μισθού στα 1.000
ευρώ αποτελεί
επομένως μια επιλογή με
διπλή οικονομική και
πολιτική διάσταση.
Από τη μία πλευρά,
δημιουργεί υψηλότερο
κόστος για τον κρατικό
προϋπολογισμό και
αυξάνει τις μισθολογικές
υποχρεώσεις του
Δημοσίου. Από την άλλη,
ενισχύει το διαθέσιμο
εισόδημα, στηρίζει την
κατανάλωση, αυξάνει τις
ασφαλιστικές εισφορές
και τα φορολογικά έσοδα
και στέλνει ένα ισχυρό
μήνυμα εισοδηματικής
στήριξης.
Το βασικό ερώτημα πλέον
δεν είναι μόνο
αν υπάρχει ο
δημοσιονομικός χώρος,
αλλά πόσο από αυτόν η
κυβέρνηση είναι
διατεθειμένη να
χρησιμοποιήσει για
μόνιμες μισθολογικές
αυξήσεις.
Η ΔΕΘ του Σεπτεμβρίου
αναμένεται να δώσει τις
πρώτες σαφείς ενδείξεις.
Εάν το σενάριο
των 1.000 ευρώ
υιοθετηθεί, θα πρόκειται
για αύξηση περίπου
8,7%
από τα σημερινά επίπεδα
των 920 ευρώ και θα
σηματοδοτεί σημαντική
απόκλιση από τον έως
τώρα κυβερνητικό
σχεδιασμό των 950 ευρώ.
Παράλληλα, θα αποτελέσει
ένα από τα σημαντικότερα
μέτρα μόνιμης
εισοδηματικής ενίσχυσης
που μπορεί να προωθήσει
η κυβέρνηση πριν από την
είσοδο στην τελική
ευθεία για τις εκλογές
του 2027.
|