|
Παράταση στην αναστολή
του ΦΠΑ στα νεόδμητα
Η διατήρηση της
αναστολής του ΦΠΑ
θεωρείται κομβικής
σημασίας τόσο για τη
στήριξη της οικοδομής
όσο και για τη διατήρηση
του επενδυτικού
ενδιαφέροντος στην
ελληνική αγορά ακινήτων.
Με το ισχύον καθεστώς,
οι αγοραστές νεόδμητων
κατοικιών δεν
επιβαρύνονται με ΦΠΑ
24%, αλλά μόνο με φόρο
μεταβίβασης 3% επί της
αντικειμενικής αξίας του
ακινήτου.
Η διαφορά στο τελικό
κόστος είναι ιδιαίτερα
σημαντική. Για
παράδειγμα, αγορά
νεόδμητου διαμερίσματος
αξίας 200.000 ευρώ θα
επιβαρυνόταν με επιπλέον
48.000 ευρώ εάν
εφαρμοζόταν ΦΠΑ 24%,
ανεβάζοντας το συνολικό
τίμημα στις 248.000
ευρώ. Με το σημερινό
καθεστώς, ο αγοραστής
καταβάλλει φόρο
μεταβίβασης περίπου
6.000 ευρώ,
περιορίζοντας το
συνολικό κόστος στις
206.000 ευρώ.
Ένα μέτρο που άλλαξε την
αγορά
Ο ΦΠΑ στα νεόδμητα
ακίνητα θεσπίστηκε το
2006 με συντελεστή 19%,
ενώ η πρώτη κατοικία
εξαιρέθηκε από την
εφαρμογή του.
Στα χρόνια της
δημοσιονομικής κρίσης ο
συντελεστής αυξήθηκε στο
24%, παραμένοντας σε
ισχύ επί 13 χρόνια και,
σύμφωνα με παράγοντες
της αγοράς,
δημιουργώντας σημαντικές
στρεβλώσεις στην
κτηματαγορά.
Η πρώτη αναστολή
εφαρμόστηκε από την 1η
Ιανουαρίου 2020 έως το
τέλος του 2022 και
έκτοτε παρατείνεται
διαδοχικά, με την
τρέχουσα ισχύ να λήγει
στις 31 Δεκεμβρίου 2026.
Το μέτρο καλύπτει
οικοδομικές άδειες που
έχουν εκδοθεί από το
2006 και μετά, είτε
πρόκειται για ιδιόκτητες
αναπτύξεις
κατασκευαστικών
εταιρειών είτε για
ακίνητα που ανεγέρθηκαν
με το σύστημα της
αντιπαροχής.
Απαραίτητη προϋπόθεση
αποτελεί η υποβολή
σχετικής αίτησης
αναστολής από τον
κατασκευαστή προς την
ΑΑΔΕ, με το μέτρο να
εφαρμόζεται στο σύνολο
των αδιάθετων ακινήτων
που αντιστοιχούν στη
συγκεκριμένη οικοδομική
άδεια.
Παραμένει «παγωμένος» ο
φόρος υπεραξίας
Παράλληλα, στο
οικονομικό επιτελείο
εξετάζεται η διατήρηση
της αναστολής του φόρου
υπεραξίας 15% στις
μεταβιβάσεις ακινήτων,
ενώ στο τραπέζι
βρίσκεται ακόμη και το
ενδεχόμενο της οριστικής
κατάργησής του.
Πρόκειται για έναν φόρο
που, παρότι έχει
θεσμοθετηθεί, δεν
εφαρμόστηκε ποτέ στην
πράξη λόγω των συνεχών
αναστολών.
Ο φόρος επιβάλλεται στο
κέρδος που προκύπτει από
την πώληση ενός
ακινήτου, δηλαδή στη
διαφορά μεταξύ της τιμής
αγοράς και της τιμής
πώλησης.
Ενδεικτικά, εάν κάποιος
αγοράσει ακίνητο έναντι
120.000 ευρώ και το
μεταπωλήσει προς 180.000
ευρώ, η υπεραξία των
60.000 ευρώ θα
φορολογούνταν με
συντελεστή 15%,
οδηγώντας σε φορολογική
επιβάρυνση ύψους 9.000
ευρώ.
Η συνέχιση της αναστολής
εκτιμάται ότι θα
διατηρήσει πιο ευέλικτη
την αγορά ακινήτων,
περιορίζοντας το
φορολογικό κόστος των
συναλλαγών και
ενισχύοντας τόσο τη
ζήτηση όσο και την
οικοδομική
δραστηριότητα.
|