|
Για την
Αθήνα, η συνάντηση
πραγματοποιείται σε μια
περίοδο κατά την οποία η
Ελλάδα εμφανίζεται πιο
δικτυωμένη γεωπολιτικά
από ποτέ: Στη Μέση
Ανατολή, οι τριμερείς
και πολυμερείς
συνεργασίες με Ισραήλ,
Αίγυπτο, Κύπρο και
αραβικά κράτη δεν
αποτελούν πλέον ad hoc
σχήματα, αλλά σταθερές
πλατφόρμες ασφάλειας και
ενέργειας. Στην
Ευρώπη, η Ελλάδα έχει
κατοχυρώσει ρόλο
αξιόπιστου πυλώνα στα
ανατολικά σύνορα της
Ε.Ε., με έμφαση στην
ενεργειακή ασφάλεια, τη
μεταφορά φυσικού αερίου
και τις υποδομές. Στις
σχέσεις με τις ΗΠΑ, η
ελληνοαμερικανική
συνεργασία έχει
αποκτήσει δομικό
χαρακτήρα, όχι μόνο
στρατιωτικά αλλά και
γεωοικονομικά.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αυτής της
στρατηγικής ενσωμάτωσης
αποτελεί ο Κάθετος
Διάδρομος φυσικού
αερίου, ο οποίος συνδέει
την Ελλάδα με τα
Βαλκάνια και την
Κεντρική Ευρώπη.
Πρόκειται για έργο που
μετατρέπει τη χώρα από
«καταναλωτή ασφάλειας»
σε παραγωγό
σταθερότητας,
ενισχύοντας το
γεωπολιτικό της
αποτύπωμα εντός του
ευρωατλαντικού πλαισίου.
Σε αυτό το περιβάλλον, η
Αθήνα προσέρχεται στη
συνάντηση χωρίς την
ανάγκη επίδειξης ισχύος
ή δημιουργίας τεχνητών
εντάσεων. Αντιθέτως,
επενδύει στη θεσμική
κανονικότητα και στη
διαχείριση ρίσκου.
Η εικόνα
είναι εντελώς
διαφορετική για την
Τουρκία. Παρά τα «καλά
λόγια» και τις δημόσιες
φιλοφρονήσεις από την
Ουάσιγκτον, ακόμη και
από τον ίδιο τον
Ντόναλντ Τραμπ, η ουσία
παραμένει αμείλικτη: Η
Άγκυρα δεν επανεντάχθηκε
στο πρόγραμμα των F-35,
ούτε εξασφάλισε
εξαίρεση από το καθεστώς
κυρώσεων CAATSA, ούτε
απέκτησε προηγμένα
οπλικά συστήματα ή
πυραύλους που θα της
επέτρεπαν ουσιαστική
συμμετοχή στην ανάπτυξη
μαχητικών 5ης γενεάς.
Με άλλα
λόγια, η Άγκυρα
βρίσκεται εγκλωβισμένη
σε μια στρατηγική
ενδιάμεση ζώνη: ούτε
πλήρως ενταγμένη στη
Δύση, ούτε ικανή να
αρθρώσει αυτόνομο
γεωπολιτικό αφήγημα με
απτά αποτελέσματα.
Αυτό
ακριβώς το έλλειμμα
εξηγεί τη στροφή σε
κινήσεις χαμηλής
αποτελεσματικότητας αλλά
υψηλού θορύβου, όπως οι
NAVTEX «επ’ αόριστον»,
τις οποίες η ελληνική
πλευρά, διά στόματος
Νίκου Δένδια,
χαρακτήρισε ευθέως
«παντελώς εκτός
πλαισίου» και χωρίς
καμία έννομη συνέπεια, ή
η επαναφορά ζητημάτων
που θεωρούνται εκτός
συζήτησης, όπως η
αποστρατιωτικοποίηση
ελληνικών νησιών ή
ανύπαρκτα ζητήματα
«μειονοτήτων». Η
πρόσφατη συμπεριφορά της
Τουρκίας δεν
εκλαμβάνεται ως
στρατηγική κλιμάκωση,
αλλά ως προσπάθεια
διαχείρισης της πίεσης
που υφίσταται στο
εσωτερικό της. Πίεσης
πολιτικής, οικονομικής
και διπλωματικής.
Υπό
αυτές τις συνθήκες, δεν
προκαλεί έκπληξη το
γεγονός ότι κυβερνητικές
και διπλωματικές πηγές
στην Αθήνα μιλούν
ανοιχτά για χαμηλές
προσδοκίες.
Η
ελληνική θέση είναι
σαφής και
επαναλαμβάνεται σταθερά:
Καμία συζήτηση για
ζητήματα κυριαρχίας,
καμία ουσιαστική
διαπραγμάτευση για
υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ
χωρίς κοινό πλαίσιο
αναφοράς, διατήρηση του
διαλόγου αποκλειστικά
στο πεδίο της «θετικής
ατζέντας» και της
χαμηλής πολιτικής.
Η
συνάντηση, με άλλα
λόγια, δεν στοχεύει σε
«μεγάλο βήμα», αλλά σε
έλεγχο κινδύνων, δηλαδή
στη διατήρηση της
ηρεμίας μέσα σε ένα
περιβάλλον διεθνούς
ρευστότητας, όπου ένα
ελληνοτουρκικό επεισόδιο
θα λειτουργούσε αρνητικά
σε πολλά επίπεδα και
δυνάμεις που
αντιπαρατίθενται στη
διεθνή σκακιέρα.
Το
κρίσιμο στοιχείο δεν
είναι τι θα ειπωθεί στο
τετ α τετ, αλλά ποιος
προσέρχεται με
στρατηγικό βάθος και
ποιος με τακτικό άγχος.
Η Ελλάδα εμφανίζεται
ενταγμένη σε ένα πλέγμα
συμμαχιών που
λειτουργούν
πολλαπλασιαστικά υπέρ
της. Η Τουρκία,
αντίθετα, προσέρχεται
στη συνάντηση χωρίς
χειροπιαστά διπλωματικά
κέρδη, χωρίς
αναβαθμισμένη
στρατιωτική ισχύ και με
εμφανή δυσκολία να
μετατρέψει τη ρητορική
της σε αποτέλεσμα.
Αυτός
είναι και ο λόγος που οι
«NAVTEX διαρκείας», οι
προκλήσεις και οι
λεκτικές εξάρσεις δεν
αλλάζουν τον συσχετισμό.
Αντιθέτως, τον
αποκαλύπτουν. Και αυτό
ακριβώς είναι το πλαίσιο
μέσα στο οποίο θα
πραγματοποιηθεί η
συνάντηση Μητσοτάκη–
Ερντογάν: Μπορεί να μην
είναι μια συνάντηση
ουσιαστικής προσέγγισης,
σίγουρα όμως θα
αποτελέσει καθρέφτη της
γεωπολιτικής
ανισορροπίας που
χαρακτηρίζει την τωρινή
συγκυρία στις
ελληνοτουρκικές σχέσεις.
|