|
Οι συντάκτες
υπογραμμίζουν ότι το
αποτέλεσμα αυτό δεν
σημαίνει πως το σύνολο
των κεφαλαίων που
διατέθηκαν επιστράφηκε
στο Δημόσιο. Αντίθετα,
αποτυπώνει τη διαφορά
ανάμεσα στο άμεσο κόστος
της τραπεζικής στήριξης
και στην ευρύτερη
επίδρασή της στην
οικονομία και στα
δημόσια οικονομικά.
Πόσο θα κόστιζε στην
οικονομία η απουσία
στήριξης
Η μελέτη εξετάζει ένα
υποθετικό σενάριο στο
οποίο η διάσωση του
τραπεζικού συστήματος θα
πραγματοποιούνταν με
καθυστέρηση. Σε αυτή την
περίπτωση, το πραγματικό
ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα
ήταν κατά μέσο όρο 7%
χαμηλότερο κατά την
πρώτη δεκαετία μετά το
PSI.
Η σωρευτική απώλεια
παραγωγής θα μπορούσε να
φτάσει τα 133,7 δισ.
ευρώ, ποσό που
αντιστοιχεί στο 65,7%
του ΑΕΠ του 2011. Οι
συγγραφείς διευκρινίζουν
ότι πρόκειται για
υποθετική εκτίμηση βάσει
συγκεκριμένων παραδοχών
και όχι για
καταγεγραμμένη
οικονομική ζημιά ή
βεβαιότητα σχετικά με
την εξέλιξη που θα είχε
ακολουθήσει η ελληνική
οικονομία.
Ο μηχανισμός που
περιγράφεται στη μελέτη
είναι ένας φαύλος κύκλος
μεταξύ τραπεζικής
αστάθειας και
οικονομικής ύφεσης. Η
δυσκολία των τραπεζών να
εξασφαλίσουν
χρηματοδότηση θα
περιόριζε τη χορήγηση
νέων δανείων, ενώ η
αύξηση του κινδύνου
χρεοκοπίας θα οδηγούσε
σε υψηλότερο κόστος
δανεισμού. Οι
επιχειρήσεις θα
περιόριζαν τις
επενδύσεις και τις
προσλήψεις, με αρνητικές
συνέπειες για την
απασχόληση και την
κατανάλωση.
Στο συγκεκριμένο
σενάριο, τα κρατικά
επιτόκια θα ήταν περίπου
30% υψηλότερα κατά τα
πρώτα χρόνια. Παράλληλα,
η παρατεταμένη αδυναμία
χρηματοδότησης της
οικονομίας θα ενίσχυε
τον κίνδυνο δημιουργίας
τραπεζών «ζόμπι», δηλαδή
ιδρυμάτων που θα
παρέμεναν σε λειτουργία
χωρίς να μπορούν να
επιτελέσουν
αποτελεσματικά τον ρόλο
τους στην ανάκαμψη.
Τα
46,7 δισ. ευρώ και η
προστασία των καταθέσεων
Ένα σημαντικό μέρος της
παρέμβασης αφορούσε την
κάλυψη του
χρηματοδοτικού κενού που
προέκυψε από την
εξυγίανση και το
κλείσιμο 12 τραπεζών την
περίοδο 2011-2013. Για
τον σκοπό αυτό
διατέθηκαν 14,4 δισ.
ευρώ, σε υποθέσεις που
αφορούσαν ιδρύματα όπως
η Αγροτική Τράπεζα, το
Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο
και η Εμπορική Τράπεζα,
καθώς και μικρότερες
συνεταιριστικές
τράπεζες.
Σύμφωνα με τη μελέτη, η
συγκεκριμένη
χρηματοδότηση συνέβαλε
στην προστασία
καταθέσεων ύψους 42,4
δισ. ευρώ, οι οποίες
διασφαλίστηκαν στο
ακέραιο. Η εξέλιξη αυτή
αποτέλεσε μία από τις
βασικές πτυχές της
παρέμβασης, καθώς μια
άτακτη κατάρρευση
τραπεζών θα μπορούσε να
έχει πολύ ευρύτερες
συνέπειες για την
εμπιστοσύνη στο
χρηματοπιστωτικό
σύστημα.
Η ανάγκη στήριξης
επεκτάθηκε και στις
τέσσερις συστημικές
τράπεζες. Οι μεγάλες
ζημιές από το PSI,
σε συνδυασμό με τη βαθιά
ύφεση, την επιδείνωση
της ποιότητας των
δανείων και τις πιέσεις
στις καταθέσεις,
αποδυνάμωσαν σημαντικά
την κεφαλαιακή τους
θέση.
Οι
τρεις γύροι
ανακεφαλαιοποίησης
Η ανακεφαλαιοποίηση των
συστημικών τραπεζών
πραγματοποιήθηκε σε
τρεις βασικούς γύρους:
2013: Συγκεντρώθηκαν
28,7 δισ. ευρώ, εκ των
οποίων 25,6 δισ.
προήλθαν από το ΤΧΣ και
3,1 δισ. από ιδιώτες
επενδυτές.
2014: Οι τράπεζες
άντλησαν 8,3 δισ. ευρώ
αποκλειστικά από
ιδιώτες.
2015: Συγκεντρώθηκαν
επιπλέον 11 δισ. ευρώ,
με 5,4 δισ. από το ΤΧΣ
και 5,6 δισ. από
ιδιώτες.
Συνολικά, οι τρεις γύροι
άντλησης κεφαλαίων
απέφεραν περίπου 48 δισ.
ευρώ, σύμφωνα με τα
στοιχεία της μελέτης. Το
ΤΧΣ συμμετείχε επίσης σε
μεταγενέστερες αυξήσεις
μετοχικού κεφαλαίου,
διαθέτοντας επιπλέον
1,35 δισ. ευρώ, με στόχο
να περιορίσει την
απομείωση της συμμετοχής
του στις τράπεζες.
Μέχρι το 2024, οι
ανακτήσεις από τις
συμμετοχές που είχε
διαθέσει το Ταμείο και
από άλλες σχετικές
εισπράξεις ανέρχονταν σε
7,39 δισ. ευρώ. Η μελέτη
υπολογίζει επίσης
πρόσθετες δυνητικές
ανακτήσεις περίπου 590
εκατ. ευρώ από την
εναπομείνασα συμμετοχή
του ΤΧΣ στην Εθνική
Τράπεζα, με βάση τις
αποτιμήσεις του 2024. Το
ποσό αυτό αποτελεί
εκτίμηση σε τιμές
εκείνης της περιόδου και
όχι ήδη πραγματοποιημένη
είσπραξη.
Η αλλαγή στην εταιρική
διακυβέρνηση των
τραπεζών
Η παρέμβαση του ΤΧΣ δεν
περιορίστηκε στην
ενίσχυση της κεφαλαιακής
επάρκειας. Σύμφωνα με τη
μελέτη, συνέβαλε και
στην αλλαγή του τρόπου
διοίκησης των τραπεζών,
καθώς πριν από την κρίση
τα διοικητικά συμβούλια
συχνά δεν διέθεταν την
απαιτούμενη ανεξαρτησία
και τεχνογνωσία για την
αποτελεσματική εποπτεία
των διοικήσεων.
Από το 2013 και κυρίως
κατά την περίοδο
2016-2017, σημειώθηκαν
αλλαγές στη σύνθεση των
διοικητικών συμβουλίων,
με ενίσχυση της
χρηματοοικονομικής
εμπειρίας και μεγαλύτερη
παρουσία μη Ελλήνων
μελών.
Οι αλλαγές αυτές, σε
συνδυασμό με τις
παρεμβάσεις για τη
διαχείριση των μη
εξυπηρετούμενων δανείων,
ήρθαν σε σύγκρουση με
παγιωμένα επιχειρηματικά
συμφέροντα. Η μελέτη
σημειώνει ότι ορισμένες
πιστοδοτικές πρακτικές
του παρελθόντος είχαν
ευνοήσει συγκεκριμένα
συμφέροντα και ότι οι
παρεμβάσεις του ΤΧΣ
επιδίωξαν να ενισχύσουν
την εποπτεία και τη
λογοδοσία.
Οι συγγραφείς εκτιμούν
ότι η βελτίωση της
εταιρικής διακυβέρνησης
θα μπορούσε να έχει
αυξήσει την αξία του
ενεργητικού των τεσσάρων
συστημικών τραπεζών κατά
15-20 δισ. ευρώ. Η
εκτίμηση βασίζεται σε
διεθνείς συγκρίσεις και
δεν αντιστοιχεί σε
κέρδος που εισπράχθηκε
άμεσα από το Δημόσιο.
Ο συνολικός λογαριασμός
για τα δημόσια
οικονομικά
Η αποτίμηση της
δημοσιονομικής επίδρασης
είναι πιο σύνθετη από
τον υπολογισμό των
κεφαλαίων που διατέθηκαν
και ανακτήθηκαν από το
ΤΧΣ.
Στην πλευρά των
ωφελειών, η μελέτη
συνυπολογίζει, μεταξύ
άλλων, την επίδραση του
PSI
στη μείωση του δημόσιου
χρέους, καθώς και έσοδα
που συνδέονται με την
παροχή έκτακτης
ρευστότητας μέσω του
μηχανισμού ELA.
Ειδικότερα, αναφέρεται
σε περίπου 5,5 δισ. ευρώ
υψηλότερα μερίσματα της
Τράπεζας της Ελλάδος
προς το Δημόσιο, τα
οποία συνδέονται με τη
συγκεκριμένη
δραστηριότητα.
Στα έσοδα
περιλαμβάνονται επίσης
περίπου 2,3 δισ. ευρώ
από προμήθειες εγγυήσεων
βάσει του νόμου
3723/2008, γνωστού ως
νόμου Αλογοσκούφη, καθώς
και εκτιμώμενες
εισπράξεις 2,5 δισ. ευρώ
από προμήθειες του
προγράμματος «Ηρακλής».
Μέχρι τον Σεπτέμβριο του
2024, το πρόγραμμα είχε
παράσχει κρατικές
εγγυήσεις ύψους 16,3
δισ. ευρώ για
τιτλοποιήσεις μη
εξυπηρετούμενων δανείων.
Από την άλλη πλευρά, η
ανάλυση εξετάζει το
κόστος των αναβαλλόμενων
φορολογικών απαιτήσεων
των τραπεζών. Μέχρι τα
μέσα του 2024, είχαν ήδη
συμψηφιστεί με
φορολογικές υποχρεώσεις
τραπεζών ποσά ύψους 3,76
δισ. ευρώ. Με βάση τις
παραδοχές της μελέτης,
το μελλοντικό κόστος από
την απόσβεση του
υπολοίπου θα μπορούσε να
φτάσει έως τα 10 δισ.
ευρώ κατά την περίοδο
2026-2041.
Ο συνυπολογισμός των
παραπάνω στοιχείων
μεταβάλλει ουσιαστικά
την εικόνα του τελικού
λογαριασμού. Η άμεση
καθαρή επιβάρυνση από
τις παρεμβάσεις του ΤΧΣ
εκτιμάται σε 36,3 δισ.
ευρώ ή 19,5% του ΑΕΠ,
πριν ληφθούν υπόψη τα
ευρύτερα οφέλη από τη
μείωση του δημόσιου
χρέους μέσω του
PSI
και άλλες εισπράξεις.
Όταν αυτά ενταχθούν στη
συνολική αποτίμηση, η
καθαρή επιβάρυνση
περιορίζεται κοντά στα 2
δισ. ευρώ.
Τι δείχνει η εμπειρία
άλλων χωρών
Η σύγκριση με άλλες
ευρωπαϊκές χώρες που
χρειάστηκε να στηρίξουν
τα τραπεζικά τους
συστήματα αναδεικνύει
πόσο διαφορετικό μπορεί
να είναι το τελικό
κόστος για τους
φορολογουμένους.
Στην Ιρλανδία, το καθαρό
κόστος της τραπεζικής
διάσωσης έφτασε τα 45,7
δισ. ευρώ, ενώ η
εταιρεία διαχείρισης
προβληματικών στοιχείων
NAMA
ανέκτησε περίπου το 64%
της αξίας των
περιουσιακών στοιχείων
που ανέλαβε. Στην
Ισπανία, από το συνολικό
ακαθάριστο κόστος των
61,5 δισ. ευρώ, τα 51,3
δισ. επιβάρυναν τον
φορολογούμενο, ενώ η
SAREB
ανέκτησε περίπου το 30%.
Στον συγκριτικό πίνακα
της μελέτης, το καθαρό
κόστος ως ποσοστό του
ΑΕΠ διαμορφώνεται σε
26,8% στην Ιρλανδία,
4,8% στην Ισπανία, 7,6%
στην Πορτογαλία και 18%
στην Κύπρο. Στην
τελευταία περίπτωση, η
επιβάρυνση του Δημοσίου
περιορίστηκε μέσω της
συμμετοχής ανασφάλιστων
καταθετών και άλλων
πιστωτών στις ζημιές, με
συνολικό bail-in
περίπου 9 δισ. ευρώ,
εξέλιξη που ωστόσο
έπληξε την εμπιστοσύνη
στο τραπεζικό σύστημα.
Οι ανακτήσεις από τη
διαχείριση προβληματικών
στοιχείων κυμάνθηκαν
διεθνώς από περίπου 29%
στην Ιαπωνία έως 64%
στην Ιρλανδία, έναντι
22,8% στην ελληνική
περίπτωση. Η σύγκριση
υπογραμμίζει τη σημασία
της ταχύτητας των
παρεμβάσεων, των όρων
μεταφοράς των
προβληματικών στοιχείων
και της
αποτελεσματικότητας στη
διαχείρισή τους.
Η βασική διαπίστωση της
μελέτης είναι ότι η
αξιολόγηση της διάσωσης
των ελληνικών τραπεζών
δεν μπορεί να
περιοριστεί στα 46,7
δισ. ευρώ που
διοχετεύθηκαν στο
σύστημα. Η προστασία των
καταθέσεων, η αποτροπή
μιας βαθύτερης
πιστωτικής ασφυξίας, οι
αλλαγές στην εταιρική
διακυβέρνηση και οι
ευρύτερες δημοσιονομικές
επιδράσεις αποτελούν
κρίσιμες παραμέτρους της
συνολικής αποτίμησης. Η
τελική επιβάρυνση κοντά
στα 2 δισ. ευρώ αποτελεί
αποτέλεσμα αυτού του
ευρύτερου υπολογισμού
και όχι απλώς το ποσό
που ανακτήθηκε από τις
αρχικές κρατικές
τοποθετήσεις.
|