|
Ωστόσο, πλέον εκτιμάται
ότι το συγκεκριμένο
μέτρο δεν επαρκεί για
την αντιμετώπιση του
προβλήματος. Για
παράδειγμα, ιδιοκτήτης
και ενοικιαστής μπορούν
να δηλώσουν στην εφορία
ενοίκιο 250 ευρώ τον
μήνα και το ίδιο ποσό να
καταβάλλεται μέσω
τράπεζας, ενώ ένα
επιπλέον ποσό, όπως 500
ευρώ, μπορεί να
πληρώνεται σε μετρητά.
Σε αυτή την περίπτωση η
συναλλαγή εμφανίζεται
απολύτως νόμιμη και η
φορολογική διοίκηση δεν
έχει πρακτικά τη
δυνατότητα να
αμφισβητήσει το δηλωθέν
ποσό.
Το σχέδιο για ελάχιστο
ενοίκιο
Ως λύση στο φαινόμενο
των υποδηλωμένων
μισθωμάτων εξετάζεται η
επαναφορά ενός κατώτατου
ενοικίου, το οποίο θα
συνδέεται με την
αντικειμενική αξία του
ακινήτου.
Με βάση την πρόταση που
βρίσκεται στο τραπέζι,
το δηλωμένο ενοίκιο δεν
θα μπορεί να είναι
χαμηλότερο από ένα
συγκεκριμένο ποσοστό της
αντικειμενικής αξίας του
ακινήτου. Το ποσοστό
αυτό προτείνεται να
οριστεί στο 3,5%
ετησίως, με
διαφοροποιήσεις ανάλογα
με την περιοχή.
Συγκεκριμένα:
Το ποσοστό του 3,5% θα
εφαρμόζεται σε περιοχές
με υψηλή ζήτηση, όπως
μεγάλες πόλεις και
τουριστικοί προορισμοί.
Σε περιοχές με
χαμηλότερη ζήτηση, το
ελάχιστο τεκμαρτό
μίσθωμα θα μειώνεται
κατά 10%.
Σε περιοχές ακόμη
χαμηλότερης ζήτησης η
μείωση θα φτάνει το 20%.
Για ορεινές ή ιδιαίτερα
απομακρυσμένες περιοχές
η μείωση θα μπορεί να
αγγίζει το 30%.
Παράδειγμα υπολογισμού
Για ένα ακίνητο με
αντικειμενική αξία
200.000 ευρώ, το
ελάχιστο τεκμαρτό
μίσθωμα θα διαμορφώνεται
στα 7.000 ευρώ ετησίως,
δηλαδή περίπου 583 ευρώ
τον μήνα.
Αν το ακίνητο βρίσκεται
σε πόλεις όπως η
Αθήνα ή η
Θεσσαλονίκη ή σε
άλλη περιοχή με υψηλή
ζήτηση, το ποσό αυτό θα
αποτελεί το ελάχιστο
δηλωτέο ενοίκιο. Σε
περιοχές με χαμηλότερη
ζήτηση, το τεκμαρτό
μίσθωμα θα μειώνεται με
βάση τους αντίστοιχους
συντελεστές.
Σε κάθε περίπτωση, η
εφορία δεν θα αποδέχεται
δηλωθέντα ενοίκια
χαμηλότερα από τα
τεκμαρτά, καθώς ο φόρος
εισοδήματος από ακίνητα
θα υπολογίζεται με βάση
αυτά.
Ο ρόλος του Μητρώου
Ακινήτων
Στον περιορισμό της
φοροδιαφυγής αναμένεται
να συμβάλει και το νέο
Μητρώο Ιδιοκτησίας και
Διαχείρισης Ακινήτων, το
οποίο σχεδιάζεται να
τεθεί σε λειτουργία μέσα
στο 2026 από την
ΑΑΔΕ.
Το σύστημα θα ενοποιήσει
τα στοιχεία που έχουν
δηλωθεί στο
περιουσιολόγιο της
φορολογικής διοίκησης με
τα δεδομένα του
Ελληνικό Κτηματολόγιο,
δημιουργώντας μια πιο
ολοκληρωμένη εικόνα για
την ακίνητη περιουσία.
Παράλληλα, θα ζητηθεί
και από τους ενοικιαστές
να δηλώνουν τα ακίνητα
που μισθώνουν καθώς και
το ύψος των μισθωμάτων
που καταβάλλουν.
Έλεγχοι για τα «κλειστά»
ακίνητα
Η
ΑΑΔΕ σχεδιάζει
επίσης διασταυρώσεις
στοιχείων για να
εντοπίσει ακίνητα που
δηλώνονται ως κενά, αλλά
στην πράξη
χρησιμοποιούνται.
Οι έλεγχοι θα βασίζονται
στα δεδομένα κατανάλωσης
ηλεκτρικής ενέργειας από
τον
ΔΕΔΔΗΕ καθώς και
στα στοιχεία κατανάλωσης
νερού από τις εταιρείες
ύδρευσης, τα οποία
μπορούν να αποκαλύψουν
αν ένα ακίνητο
κατοικείται στην
πραγματικότητα.
Με τα νέα αυτά εργαλεία
η φορολογική διοίκηση
επιχειρεί να περιορίσει
σημαντικά το φαινόμενο
της υποδήλωσης ενοικίων,
το οποίο παραμένει ένα
από τα πιο διαδεδομένα
πεδία φοροδιαφυγής στην
αγορά ακινήτων.
|