|
Από
πρότυπο σταθερότητας σε
εστία αμφισβήτησης
Για
περισσότερο από δέκα
χρόνια, το
επιχειρηματικό λογισμικό
θεωρούνταν σχεδόν
«σίγουρο χαρτί»:
επαναλαμβανόμενα έσοδα
μέσω συνδρομών,
περιορισμένες
κεφαλαιουχικές ανάγκες
και υψηλά περιθώρια
κέρδους. Ένα μοντέλο που
προσέφερε προβλεψιμότητα
και ισχυρές ταμειακές
ροές.
Σήμερα,
όμως, αυτή η βεβαιότητα
δοκιμάζεται.
Το ETF
State Street SPDR S&P
Software & Services ETF,
το οποίο παρακολουθεί
περίπου 140 εταιρείες
του κλάδου, υποχωρεί
κατά περίπου 20% από την
αρχή της χρονιάς και
σχεδόν 30% από τα υψηλά
του φθινοπώρου. Την ίδια
στιγμή, ο
S&P 500 παραμένει
κοντά σε ιστορικά υψηλά,
γεγονός που υπογραμμίζει
τη διαφοροποίηση.
Σε
επίπεδο μετοχών, οι
πιέσεις είναι ακόμη
εντονότερες: η
Intuit σημειώνει
απώλειες άνω του 40% από
τις αρχές του έτους, η
Workday κινείται
περίπου 38% χαμηλότερα,
ενώ οι
Salesforce και
Adobe βρίσκονται
επίσης υπό ισχυρή πίεση.
Το ποσό
των 1,6 τρισ. δολαρίων
δεν αποτυπώνει απλώς μια
διόρθωση· αντανακλά
βαθύτερη αμφισβήτηση του
ίδιου του
επιχειρηματικού
μοντέλου.
Ραγδαία
αναθεώρηση αποτιμήσεων
Η
μεταστροφή είναι εμφανής
και στους δείκτες
αποτίμησης. Το 2022, οι
εταιρείες του κλάδου
διαπραγματεύονταν σε
επίπεδα άνω των 47 φορών
τα εκτιμώμενα κέρδη της
επόμενης χρήσης. Σήμερα,
ο πολλαπλασιαστής έχει
περιοριστεί κοντά στις
19 φορές, χαμηλότερα
ακόμη και από τον μέσο
όρο του ευρύτερου
δείκτη.
Ενδεικτική είναι η
περίπτωση της
Atlassian, η
οποία από αποτίμηση άνω
των 250 φορών τα
μελλοντικά κέρδη το 2021
έχει επιστρέψει κοντά
στις 22 φορές. Η αγορά
δεν αφαιρεί απλώς το
premium·
επαναπροσδιορίζει τις
μακροπρόθεσμες
προσδοκίες.
Μεταφορά
της ανησυχίας στην αγορά
χρέους
Η
αναταραχή δεν
περιορίζεται στις
μετοχές. Ο κλάδος έχει
σημαντική παρουσία στην
αγορά δανείων χαμηλής
διαβάθμισης, καθώς
μεγάλο μέρος της
ανάπτυξης της
προηγούμενης δεκαετίας
στηρίχθηκε σε εξαγορές
μέσω ιδιωτικών
κεφαλαίων. Περίπου το
13% των leveraged loans
αφορά εταιρείες
λογισμικού, ενώ το
ποσοστό είναι ακόμη
υψηλότερο στην ιδιωτική
πίστωση.
Από τα
μέσα Ιανουαρίου, οι
τιμές αυτών των δανείων
υποχωρούν, αντανακλώντας
αυξημένους φόβους για
πιθανές αθετήσεις.
Πιέσεις δέχονται και
μεγάλοι διαχειριστές
εναλλακτικών επενδύσεων,
όπως οι
Apollo Global Management,
Ares Management
και
Blue Owl Capital.
Η ώθηση
από την Anthropic και η
αντίδραση της αγοράς
Η
πρόσφατη επιτάχυνση των
πιέσεων συνδέθηκε με την
παρουσίαση νέων
εργαλείων από την
Anthropic, τα
οποία στοχεύουν στη
διαχείριση σύνθετων
επαγγελματικών ροών
εργασίας – δηλαδή
λειτουργιών που
αποτελούν βασικό πυρήνα
πολλών εφαρμογών
λογισμικού.
Η αγορά
φοβήθηκε ότι η AI δεν θα
περιοριστεί σε
υποστηρικτικό ρόλο, αλλά
θα αναλάβει η ίδια
καθήκοντα που μέχρι
σήμερα απαιτούσαν
εξειδικευμένες
πλατφόρμες.
Δεν
συμμερίζονται όλοι αυτή
την εκτίμηση. Ο
διευθύνων σύμβουλος της
Nvidia,
Τζένσεν Χουάνγκ,
χαρακτήρισε υπερβολική
την άποψη ότι η τεχνητή
νοημοσύνη θα
αντικαταστήσει το
λογισμικό, ενώ ο
Ρενέ Χας της
Arm Holdings
μίλησε για υπερβολική
αντίδραση.
Ωστόσο,
ακόμη και χωρίς πλήρη
υποκατάσταση, η AI
μπορεί να περιορίσει τη
διαπραγματευτική δύναμη
τιμολόγησης και να
συμπιέσει τα περιθώρια
κέρδους – εξέλιξη ικανή
από μόνη της να
ανατρέψει τα επίπεδα
αποτίμησης.
Προσωρινός πανικός ή
διαρθρωτική αλλαγή;
Το
ερώτημα που απασχολεί
πλέον τους επενδυτές
είναι αν πρόκειται για
έναν ακόμη κύκλο
υπερβολής ή για βαθύτερη
μεταβολή. Το μοντέλο των
υψηλών συνδρομών και του
«κλειδώματος» πελατών
ενδέχεται να δοκιμαστεί
σε ένα περιβάλλον όπου η
αυτοματοποίηση γίνεται
φθηνότερη και πιο
προσβάσιμη.
Οι
μεγάλες επιχειρήσεις
δύσκολα θα εγκαταλείψουν
άμεσα τις υπάρχουσες
υποδομές τους. Ωστόσο, η
σταδιακή μετατόπιση
αξίας προς πιο ευέλικτα
και χαμηλότερου κόστους
εργαλεία είναι πιθανή.
Παράλληλα, η
αυτοματοποίηση ενδέχεται
να επηρεάσει και την
απασχόληση σε
διοικητικές θέσεις, όπως
ήδη διαφαίνεται σε
ομίλους όπως η
Amazon.
Το
πραγματικό διακύβευμα
Η
απώλεια 1,6 τρισ.
δολαρίων αντικατοπτρίζει
το κόστος της
αβεβαιότητας σε μια
περίοδο τεχνολογικής
επιτάχυνσης. Η τεχνητή
νοημοσύνη δεν έχει
καταργήσει το λογισμικό.
Έχει όμως διαβρώσει τη
βεβαιότητα που το
συνόδευε.
Και στις
αγορές, η αμφιβολία
συχνά κοστίζει
περισσότερο από τις
ίδιες τις ζημίες.
|