|
Καθοριστικό πλήγμα
αποτελεί και η
ουσιαστική διακοπή της
διέλευσης από τα Στενά
του Ορμούζ, από όπου
περνά περίπου το 20% του
παγκόσμιου LNG.
Το γεγονός αυτό εντείνει
τις ανησυχίες για την
ασφάλεια του εφοδιασμού
από τον Περσικό Κόλπο
και κλονίζει την
εμπιστοσύνη των
αγοραστών.
Ακόμη και σε περίπτωση
άμεσης αποκλιμάκωσης της
σύγκρουσης, οι
επιπτώσεις εκτιμάται ότι
θα είναι μακροχρόνιες
και πιθανώς εντονότερες
από αυτές στην αγορά
πετρελαίου. Σε αντίθεση
με το πετρέλαιο, δεν
υπάρχουν επαρκή
στρατηγικά αποθέματα
φυσικού αερίου, ενώ το
LNG
του Κατάρ δεν διαθέτει
εναλλακτικές διαδρομές
μεταφοράς, όπως
συμβαίνει με το
πετρέλαιο μέσω αγωγών.
Επιπλέον, οι υποδομές
υγροποίησης είναι
εξαιρετικά πολύπλοκες
και απαιτούν χρόνια για
να αποκατασταθούν.
Οι επιπτώσεις
επεκτείνονται σε όλη την
οικονομία. Οι
ανεπτυγμένες χώρες
κινδυνεύουν με
παρατεταμένες
πληθωριστικές πιέσεις,
ενώ οι πιο ευάλωτες
οικονομίες ενδέχεται να
οδηγηθούν σε δελτία
καυσίμων και περιορισμό
της βιομηχανικής
δραστηριότητας.
Ταυτόχρονα, επηρεάζεται
η αγροτική παραγωγή,
καθώς το φυσικό αέριο
αποτελεί βασική πρώτη
ύλη για τα λιπάσματα,
ενώ πιθανές ελλείψεις
ηλίου, που παράγεται ως
παραπροϊόν, μπορεί να
πλήξουν και τη
βιομηχανία ημιαγωγών.
Η αλλαγή ισορροπιών
είναι ήδη ορατή στην
αγορά. Τα δεξαμενόπλοια
LNG
ανακατευθύνονται
δυναμικά προς τους
αγοραστές που προσφέρουν
υψηλότερες τιμές,
εντείνοντας τον
ανταγωνισμό μεταξύ
Ευρώπης και Ασίας για
περιορισμένες ποσότητες,
κυρίως από τις ΗΠΑ και
την Αυστραλία. Η Ασία
εμφανίζεται πιο ευάλωτη,
ενώ οι ΗΠΑ αναμένεται να
ωφεληθούν, αν και η
αύξηση της εξαγωγικής
τους δυναμικότητας
απαιτεί χρόνο.
Μέσα σε αυτό το νέο
περιβάλλον, το
LNG
παύει να αποτελεί
αξιόπιστο «μαξιλάρι»
σταθερότητας και
αναδεικνύεται σε έναν
από τους πιο ευάλωτους
κρίκους της παγκόσμιας
ενεργειακής ασφάλειας,
με τις γεωπολιτικές
εξελίξεις να καθορίζουν
πλέον άμεσα τη
λειτουργία της αγοράς.
|