|
Μέχρι πρόσφατα, αρκετοί
αναλυτές απέδιδαν αυτή
τη συμπεριφορά στο
λεγόμενο «Taco
trade»,
δηλαδή στην πεποίθηση
ότι οι πολιτικές
απειλές, κυρίως από τον
Donald
Trump,
τελικά δεν υλοποιούνται
στην πράξη. Η
Gopinath,
ωστόσο, θεωρεί πως το
φαινόμενο είναι βαθύτερο
και περισσότερο δομικό.
Κατά την άποψή της, οι
αγορές έχουν πλέον
εθιστεί στην ιδέα της
διαρκούς κρατικής
παρέμβασης. Η εμπειρία
των τελευταίων ετών
ενίσχυσε σημαντικά αυτή
την αντίληψη. Στη
διάρκεια της πανδημίας,
οι ανεπτυγμένες
οικονομίες διοχέτευσαν
στην οικονομία μέτρα
στήριξης που έφτασαν
κατά μέσο όρο το 25% του
ΑΕΠ τους. Αργότερα, κατά
την ενεργειακή κρίση που
ακολούθησε τον πόλεμο
στην Ουκρανία, οι
ευρωπαϊκές κυβερνήσεις
δαπάνησαν περίπου 2,5%
του ΑΕΠ για επιδοτήσεις
ενέργειας και μέτρα
προστασίας νοικοκυριών
και επιχειρήσεων.
Αυτή η συνεχής κρατική
στήριξη δημιούργησε την
αίσθηση ότι οι
κυβερνήσεις λειτουργούν
πλέον ως ένας μόνιμος
μηχανισμός ασφάλειας για
τις αγορές. Όμως το
μοντέλο αυτό συνοδεύεται
από μια μεγάλη
παρενέργεια: την
εκρηκτική αύξηση του
δημόσιου χρέους. Οι
προβλέψεις δείχνουν ότι
το παγκόσμιο δημόσιο
χρέος ενδέχεται να
προσεγγίσει το 100% του
παγκόσμιου ΑΕΠ έως το
2029.
Η αντίφαση γίνεται ακόμη
πιο έντονη αν εξετάσει
κανείς τη συμπεριφορά
των κρατικών ομολόγων.
Ενώ οι μετοχές
συνεχίζουν την ανοδική
τους πορεία, οι αγορές
ομολόγων δείχνουν
μεγαλύτερη ανησυχία. Οι
αποδόσεις των κρατικών
τίτλων αυξάνονται,
γεγονός που σημαίνει ότι
το κόστος δανεισμού για
τα κράτη γίνεται
ακριβότερο. Παράλληλα,
τα ασφάλιστρα κινδύνου
στα αμερικανικά ομόλογα
έχουν ενισχυθεί αισθητά
μετά την πανδημία.
Αυτό ουσιαστικά
αποκαλύπτει μια
διαφορετική εκτίμηση
κινδύνου μεταξύ των δύο
αγορών. Οι επενδυτές
στις μετοχές συνεχίζουν
να ποντάρουν στη στήριξη
των κρατών, ενώ οι
επενδυτές στα ομόλογα
αρχίζουν να αμφισβητούν
τη μακροπρόθεσμη
βιωσιμότητα αυτής της
δημοσιονομικής
πολιτικής.
Η Gopinath
επισημαίνει επίσης ότι
το «Bliss
trade»
δεν συνδέεται με μία
μόνο κυβέρνηση ή
πολιτική κατεύθυνση. Η
αύξηση των δημοσίων
δαπανών και του χρέους
αποτελεί πλέον κοινό
χαρακτηριστικό τόσο
δεξιών όσο και αριστερών
κυβερνήσεων. Η
δημοσιονομική πειθαρχία
έχει υποχωρήσει
πολιτικά, ενώ η λογική
των συνεχών παρεμβάσεων
φαίνεται να κυριαρχεί.
Το βασικό ερώτημα είναι
κατά πόσο αυτή η
κατάσταση μπορεί να
συνεχιστεί χωρίς σοβαρές
συνέπειες. Καθώς τα
επιτόκια παραμένουν
υψηλά και το κόστος
δανεισμού αυξάνεται, η
δυνατότητα των κρατών να
λειτουργούν ως «μόνιμος
ασφαλιστής» της
οικονομίας ίσως αρχίσει
να περιορίζεται.
Σε ένα τέτοιο
περιβάλλον, ο κίνδυνος
είναι οι αγορές να έχουν
υποτιμήσει το ενδεχόμενο
μιας ταυτόχρονης πίεσης
τόσο στις μετοχές όσο
και στα ομόλογα. Αν
αποδειχθεί ότι το
κρατικό δίχτυ προστασίας
δεν είναι ανεξάντλητο,
τότε οι αγορές θα
μπορούσαν να βρεθούν
αντιμέτωπες με μια πιο
βίαιη και συγχρονισμένη
διόρθωση.
Το «Bliss
trade»
αποτυπώνει τελικά μια
νέα πραγματικότητα: οι
αγορές φαίνεται να
βασίζονται όλο και
περισσότερο στην
προσδοκία κρατικής
διάσωσης και λιγότερο
στα θεμελιώδη οικονομικά
μεγέθη. Το αν αυτή η
ισορροπία μπορεί να
διατηρηθεί
μακροπρόθεσμα, παραμένει
ένα από τα πιο κρίσιμα
ερωτήματα για την
παγκόσμια οικονομία και
τις αγορές τα επόμενα
χρόνια.
|