|
Το
μήνυμα της αγοράς είναι
σαφές: οι επαναγορές
μπορούν να βελτιώσουν
προσωρινά τη ρευστότητα,
αλλά δεν αντιμετωπίζουν
τις αιτίες που οδηγούν
τις μακροπρόθεσμες
αποδόσεις υψηλότερα.
Ο
υπουργός Οικονομικών
Scott Bessent δήλωσε
μάλιστα ότι το Treasury
ενδέχεται να αυξήσει
περαιτέρω τον όγκο των
επαναγορών, με στόχο να
στηρίξει τη ρευστότητα
σε ένα τμήμα της αγοράς
που χαρακτηρίζεται από
περιορισμένη
συναλλακτική
δραστηριότητα, ιδιαίτερα
τον Αύγουστο.
Η
παρέμβαση αποκτά ακόμη
μεγαλύτερη σημασία
επειδή έρχεται σε μια
περίοδο κατά την οποία
το αμερικανικό δημόσιο
καλείται να
χρηματοδοτήσει τεράστιες
ανάγκες, ενώ ταυτόχρονα
οι αγορές εταιρικών
ομολόγων δέχονται
ισχυρές εκδόσεις από τις
μεγάλες εταιρείες
τεχνολογίας για τη
χρηματοδότηση των
επενδύσεων στην τεχνητή
νοημοσύνη.
Ο
Luis Alvarado της Wells
Fargo Investment
Institute εκτιμά ότι η
παρέμβαση του Treasury
προσφέρει μόνο
«βραχυπρόθεσμη
ανακούφιση», καθώς οι
βασικοί παράγοντες που
πιέζουν τις αποδόσεις
παραμένουν ενεργοί: ο
πληθωρισμός, η
αβεβαιότητα για τη
νομισματική πολιτική και
τα τεράστια
δημοσιονομικά
ελλείμματα.
Το
πρόβλημα, επομένως, δεν
είναι η έλλειψη
αγοραστών σε μια
συγκεκριμένη δημοπρασία
ή η περιορισμένη
ρευστότητα σε ένα τμήμα
της καμπύλης. Είναι η
ολοένα μεγαλύτερη
προσφορά κρατικού χρέους
που πρέπει να
απορροφήσει η αγορά.
Το
κρίσιμο ερώτημα: Fed ή
Treasury;
Η
παρέμβαση του Treasury
δημιουργεί παράλληλα ένα
ευρύτερο ερώτημα για τη
λειτουργία της αγοράς
ομολόγων: ποιος
καθορίζει πλέον τις
χρηματοπιστωτικές
συνθήκες, η Federal
Reserve ή το Υπουργείο
Οικονομικών;
Η
κυβέρνηση έχει ήδη
παρέμβει στην αγορά
συναλλάγματος,
αγοράζοντας γεν πριν από
λίγες εβδομάδες, ενώ
τώρα επιχειρεί να
επηρεάσει τη μακρά άκρη
της καμπύλης των
αμερικανικών ομολόγων.
Οι
αναλυτές προειδοποιούν
ότι τέτοιες παρεμβάσεις
μπορεί να περιορίζουν
προσωρινά τις ακραίες
κινήσεις, αλλά δεν
μπορούν να ανατρέψουν
τις θεμελιώδεις δυνάμεις
προσφοράς και ζήτησης.
«Οποιαδήποτε παρέμβαση
συνήθως δεν λειτουργεί
τόσο καλά μακροπρόθεσμα.
Μετά από λίγο, οι
αποδόσεις τείνουν να
επιστρέφουν στα επίπεδα
που είχαν προηγουμένως»,
σημείωσε ο Michael
Goosay της Principal
Asset Management.
Κατά τον ίδιο, οι
αυξημένες ανάγκες
δανεισμού των ΗΠΑ
απαιτούν ουσιαστικά
χρηματοδότηση σε
ολόκληρη την καμπύλη και
επομένως μια τέτοια
αλλαγή δύσκολα θα έχει
σημαντική και μόνιμη
επίδραση στις
μακροπρόθεσμες
αποδόσεις.
Το
αμερικανικό χρέος πάνω
από τα 40 τρισ. δολάρια
Η
βασική ανησυχία των
επενδυτών αφορά την
πορεία των
δημοσιονομικών μεγεθών
των ΗΠΑ.
Το
αμερικανικό δημόσιο
χρέος έχει πλέον
ξεπεράσει τα 40 τρισ.
δολάρια, έχοντας
υπερδιπλασιαστεί από το
2017. Η πανδημία, οι
αυξημένες δημόσιες
δαπάνες, οι φορολογικές
πολιτικές και οι
διαρκείς δημοσιονομικές
ανάγκες έχουν
δημιουργήσει ένα
περιβάλλον όπου η αγορά
απαιτεί ολοένα υψηλότερη
αποζημίωση για να
απορροφήσει το
αυξανόμενο χρέος.
Οι
μακροπρόθεσμες αποδόσεις
έχουν ιδιαίτερη σημασία
επειδή αποτελούν σημείο
αναφοράς για ένα μεγάλο
μέρος της παγκόσμιας
οικονομίας. Επηρεάζουν
τα στεγαστικά επιτόκια,
το κόστος εταιρικού
δανεισμού, τις
αποτιμήσεις των μετοχών,
την αγορά ακινήτων και
τελικά το κόστος
χρηματοδότησης της ίδιας
της κυβέρνησης.
Επομένως, η άνοδος του
30ετούς Treasury στο
5,34% δεν αποτελεί απλώς
μια κίνηση στην αγορά
ομολόγων. Αποτελεί
ένδειξη ότι οι επενδυτές
ζητούν υψηλότερο risk
premium για να
διακρατήσουν αμερικανικό
κρατικό χρέος μεγάλης
διάρκειας.
Η
αγορά δεν θεωρεί την
άνοδο των αποδόσεων
«παράλογη»
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική
είναι η εκτίμηση του
Eric Robertsen, global
head of research και
chief strategist της
Standard Chartered, ο
οποίος υπογραμμίζει ότι
η άνοδος των αποδόσεων
δεν μπορεί εύκολα να
αποδοθεί σε «παράλογες»
συνθήκες της αγοράς.
Αντίθετα, η αγορά
φαίνεται να αντανακλά
πραγματικές ανησυχίες
για την προσφορά χρέους,
τον πληθωρισμό και τη
δημοσιονομική πορεία των
ΗΠΑ.
Αυτό είναι και το πιο
δύσκολο σημείο για την
κυβέρνηση: εάν οι
αποδόσεις αυξάνονται
επειδή οι επενδυτές
θεωρούν ότι η ισορροπία
προσφοράς και ζήτησης
έχει μεταβληθεί, τότε η
προσπάθεια τεχνητού
περιορισμού των
αποδόσεων μπορεί να
προσφέρει μόνο προσωρινό
αποτέλεσμα.
Η
αγορά μπορεί να
αποδεχθεί μια
βραχυπρόθεσμη παρέμβαση
ρευστότητας. Δύσκολα
όμως μπορεί να αγνοήσει
για μεγάλο χρονικό
διάστημα τα θεμελιώδη
μεγέθη.
Ούτε ο υπόλοιπος κόσμος
μένει ανεπηρέαστος
Η
πίεση δεν περιορίζεται
στις ΗΠΑ. Οι αποδόσεις
των μακροπρόθεσμων
κρατικών ομολόγων έχουν
αυξηθεί σε πολλές
μεγάλες αγορές, καθώς οι
κυβερνήσεις
αντιμετωπίζουν αυξημένες
ανάγκες χρηματοδότησης.
Στη
Γερμανία, οι αποδόσεις
των 10ετών και 30ετών
ομολόγων είχαν φτάσει σε
υψηλά 15 ετών, πριν
υποχωρήσουν μετά την
ανακοίνωση του
αμερικανικού Treasury.
Στην Ιαπωνία, οι
μακροπρόθεσμες αποδόσεις
έχουν εκτοξευθεί σε
επίπεδα τριών δεκαετιών,
αυξάνοντας το κόστος
εξυπηρέτησης του ήδη
τεράστιου δημόσιου
χρέους.
Έτσι διαμορφώνεται ένα
νέο περιβάλλον στις
διεθνείς αγορές: οι
επενδυτές δεν θεωρούν
πλέον δεδομένο ότι τα
κρατικά ομόλογα θα
παραμένουν χαμηλής
απόδοσης ανεξάρτητα από
το ύψος των
δημοσιονομικών
ελλειμμάτων.
Η
παρέμβαση του
αμερικανικού Treasury
μπορεί να ανέκοψε
προσωρινά την ανοδική
κίνηση, όμως η αγορά ήδη
δοκιμάζει εκ νέου τα
υψηλά. Όσο πληθωρισμός,
κρατικές δαπάνες και
προσφορά χρέους
παραμένουν στο
επίκεντρο, η μεγάλη
πρόκληση για τις αγορές
δεν είναι εάν το
Treasury μπορεί να
αγοράσει περισσότερα
ομόλογα, αλλά εάν μπορεί
να αλλάξει την αντίληψη
των επενδυτών για τον
πραγματικό κίνδυνο που
ενσωματώνουν οι
μακροπρόθεσμοι τίτλοι.
|