|
Το κόστος ζωής διαψεύδει
το αμερικανικό όνειρο
Η ιστορία της 24χρονης
Kayla
Cornett
αποτυπώνει τη δυσκολία
που αντιμετωπίζουν
πολλοί νέοι Αμερικανοί.
Όταν συγγενικό της
πρόσωπο τής ανέφερε ως
παράδειγμα έναν
μεγαλύτερο ξάδελφο που
εργάστηκε σκληρά,
αποταμίευσε και αγόρασε
σπίτι, το μήνυμα ήταν
ότι θα μπορούσε να
πετύχει το ίδιο, αρκεί
να προσπαθούσε
περισσότερο.
Για την ίδια, όμως, η
καθημερινότητα είναι
πολύ διαφορετική. Η
κάλυψη του ενοικίου και
των συνηθισμένων εξόδων
έχει γίνει τόσο δύσκολη,
ώστε άρχισε για πρώτη
φορά να διατηρεί
υπόλοιπο στην πιστωτική
της κάρτα. Ακόμη και τα
καύσιμα, με ένα γέμισμα
του ρεζερβουάρ να
κοστίζει περίπου 40
δολάρια, αποτελούν
επιβάρυνση που πρέπει να
συνυπολογίσει σε έναν
ήδη περιορισμένο
προϋπολογισμό.
Η ίδια και ο σύντροφός
της παραμένουν στο
διαμέρισμά τους στο
Ράλεϊ, παρά την
επιδείνωση της ασφάλειας
στην περιοχή και τις
διαρρήξεις αυτοκινήτων
στο συγκρότημα
κατοικιών. Η μετακόμιση
θα σήμαινε υψηλότερο
ενοίκιο, καθώς άλλες
διαθέσιμες επιλογές
κοστίζουν πλέον 200-300
δολάρια περισσότερα τον
μήνα.
Η οικονομική πίεση δεν
αφορά, επομένως, μόνο
μεγάλες αποφάσεις όπως η
αγορά κατοικίας ή η
δημιουργία οικογένειας.
Επεκτείνεται σε
μικρότερες καθημερινές
δαπάνες, οι οποίες
συσσωρεύονται και
περιορίζουν ακόμη
περισσότερο την
οικονομική ελευθερία.
Η Gen
Z
ξεκινά την ενήλικη ζωή
με περισσότερο χρέος
Τα στοιχεία
επιβεβαιώνουν ότι η
οικονομική δυσκολία δεν
αποτελεί απλώς
μεμονωμένη εμπειρία.
Μελέτη της
TransUnion
το 2024 έδειξε ότι οι
Αμερικανοί της
Gen
Z
ηλικίας 22-24 ετών είχαν
υψηλότερα μέσα υπόλοιπα
σε πιστωτικές κάρτες,
δάνεια αυτοκινήτου και
προσωπικά δάνεια από
τους Millennials
στην ίδια ηλικία μία
δεκαετία νωρίτερα, ακόμη
και μετά την προσαρμογή
για τον πληθωρισμό.
Παράλληλα, οι νέοι
δανειολήπτες εμφανίζουν
υψηλότερα ποσοστά
καθυστερήσεων στις
πληρωμές τους. Το
πρόβλημα δεν
περιορίζεται, συνεπώς,
στο μέγεθος του χρέους,
αλλά αφορά και τη
δυνατότητα εξυπηρέτησής
του.
Για πολλούς νέους, η
οικονομική πίεση
προκύπτει από τον
συνδυασμό περιορισμένων
αποταμιεύσεων, υψηλών
πάγιων εξόδων και
ασταθών επαγγελματικών
προοπτικών. Όταν το
εισόδημα δεν επαρκεί για
την κάλυψη των αναγκών,
η πιστωτική κάρτα και οι
υπηρεσίες «αγόρασε τώρα,
πλήρωσε αργότερα»
μετατρέπονται σε μέσα
χρηματοδότησης της
καθημερινότητας.
Έτσι, το χρέος που
αρχικά χρησιμοποιείται
για την αντιμετώπιση
μιας προσωρινής
δυσκολίας μπορεί να
εξελιχθεί σε μόνιμη
επιβάρυνση, καθώς οι
τόκοι και οι νέες
δαπάνες περιορίζουν τη
δυνατότητα αποταμίευσης.
Τα φοιτητικά δάνεια
αναβάλλουν τα μεγάλα
βήματα της ζωής
Σημαντικό μέρος του
προβλήματος συνδέεται με
το κόστος της ανώτατης
εκπαίδευσης. Οι νέοι
εξακολουθούν να
επενδύουν σε
πανεπιστημιακά πτυχία,
παρά τις αμφιβολίες για
το αν η απόκτηση ενός
τίτλου σπουδών
εξασφαλίζει πλέον μια
επαρκώς αμειβόμενη
εργασία.
Οι απόφοιτοι στις ΗΠΑ
ολοκληρώνουν τις σπουδές
τους με μέσο φοιτητικό
χρέος άνω των 30.000
δολαρίων. Σύμφωνα με
στοιχεία που
παρατίθενται στο
δημοσίευμα, το 67% των
νέων της Gen
Z
δηλώνει ότι έχει
αναβάλει ένα σημαντικό
γεγονός της ζωής του,
όπως η αγορά κατοικίας ή
ο γάμος, εξαιτίας των
φοιτητικών δανείων.
Η απογοήτευση ενισχύεται
από το γεγονός ότι μια
ευρείας κλίμακας
ελάφρυνση του φοιτητικού
χρέους δεν υλοποιήθηκε.
Το 2023, το Ανώτατο
Δικαστήριο των ΗΠΑ
ακύρωσε το σχέδιο του
προέδρου Τζο Μπάιντεν
για διαγραφή φοιτητικών
οφειλών άνω των 400 δισ.
δολαρίων. Οι
μεταγενέστερες
παρεμβάσεις ήταν πιο
περιορισμένες, ενώ
εκατομμύρια δανειολήπτες
εξακολουθούν να
αναζητούν ουσιαστική
ανακούφιση.
Το ζήτημα αφορά περίπου
45 εκατομμύρια
Αμερικανούς, σύμφωνα με
το Student
Debt
Crisis
Center.
Η επικεφαλής του
οργανισμού,
Natalia
Abrams,
υποστηρίζει ότι η
δημόσια συζήτηση για την
προσιτότητα εστιάζει
συνήθως στα ενοίκια, στα
καύσιμα και στους
λογαριασμούς κοινής
ωφέλειας, αφήνοντας σε
δεύτερο πλάνο το
φοιτητικό χρέος.
Η οικονομική επιβάρυνση
δεν σταματά με την
αποφοίτηση. Για πολλούς,
η εξόφληση των δανείων
συνυπάρχει με την
προσπάθεια να βρουν
εργασία, να
δημιουργήσουν
αποταμιεύσεις και να
καλύψουν το αυξανόμενο
κόστος διαβίωσης.
Η εργασία δεν προσφέρει
πάντα τη διέξοδο
Η δυσκολία εύρεσης
εργασίας αποτελεί έναν
ακόμη λόγο για τον οποίο
οι νέοι αισθάνονται ότι
οι προσπάθειές τους δεν
ανταμείβονται. Σύμφωνα
με τα στοιχεία που
παρουσιάζει το
δημοσίευμα, η ανεργία
στις ηλικίες 20-24 ετών
διαμορφώνεται στο 8%,
σχεδόν διπλάσια από το
συνολικό ποσοστό
ανεργίας του 4,2%.
Την ίδια στιγμή, οι
διαθέσιμες θέσεις
εισαγωγικού επιπέδου
έχουν μειωθεί κατά 35%
από το 2023. Η τεχνητή
νοημοσύνη αναδιαμορφώνει
επίσης τις ανάγκες των
εργοδοτών, ενώ πολλές
επιχειρήσεις ζητούν
προϋπηρεσία ακόμη και
για θέσεις που
απευθύνονται σε νέους
αποφοίτους.
Η απόκτηση αυτής της
εμπειρίας μπορεί να
προϋποθέτει απλήρωτη
πρακτική άσκηση, μια
επιλογή που δεν είναι
οικονομικά εφικτή για
όλους. Επιπλέον, η
διαδικασία ηλεκτρονικών
αιτήσεων συχνά αφήνει
τους υποψηφίους να
περιμένουν για μήνες
χωρίς να γνωρίζουν αν η
αίτησή τους εξετάστηκε
καν.
Ο Chima
Nwokolo,
24 ετών, από την
Καλιφόρνια, αποφοίτησε
με πτυχίο πολιτικών
επιστημών από το
San
José
State
University,
αλλά δυσκολεύεται να
βρει εργασία πλήρους
απασχόλησης στον χώρο
της πολιτικής. Για να
καλύπτει τα έξοδά του,
εργάζεται με μερική
απασχόληση σε
κινηματογράφο.
Η εμπειρία του αντανακλά
μια ευρύτερη αντίφαση:
οι νέοι επενδύουν χρόνο
και χρήματα στην
εκπαίδευσή τους, αλλά
δεν είναι βέβαιο ότι θα
εξασφαλίσουν το εισόδημα
που απαιτείται για την
αποπληρωμή των
υποχρεώσεών τους.
Υγειονομική περίθαλψη
και επισφαλείς
οικονομικές επιλογές
Η οικονομική πίεση
αυξάνεται και όταν οι
νέοι αποχωρούν από την
ασφαλιστική κάλυψη των
γονιών τους, συνήθως
στην ηλικία των 26 ετών.
Το κόστος της
υγειονομικής περίθαλψης
αποτελεί πρόσθετο βάρος,
ιδιαίτερα μετά τη λήξη,
στο τέλος του 2025, των
ενισχυμένων φορολογικών
πιστώσεων του
Affordable
Care
Act,
εξέλιξη που οδήγησε σε
αυξήσεις ασφαλίστρων.
Ακόμη και πριν από τη
λήξη αυτών των
ενισχύσεων, σχεδόν ένας
στους πέντε Αμερικανούς
ηλικίας 18-29 ετών
δήλωνε ότι είχε
αναγκαστεί να δανειστεί
χρήματα για να πληρώσει
ιατρικούς λογαριασμούς.
Πρόκειται για το
υψηλότερο ποσοστό μεταξύ
των ηλικιακών ομάδων που
εξετάστηκαν.
Παράλληλα, η αίσθηση ότι
η απόκτηση κατοικίας και
η μακροπρόθεσμη
οικονομική ασφάλεια
απομακρύνονται οδηγεί
ορισμένους νέους σε
αναζήτηση γρήγορων
κερδών. Ο αθλητικός
στοιχηματισμός μέσω
κινητού και οι αγορές
προβλέψεων έχουν
προσελκύσει ιδιαίτερο
ενδιαφέρον από τη
Gen
Z.
Η τάση αυτή συνδέεται με
αυτό που περιγράφεται ως
«οικονομικός
μηδενισμός»: την
αντίληψη ότι οι
συμβατικές διαδρομές
προς την οικονομική
ευημερία δεν λειτουργούν
πλέον, με αποτέλεσμα να
φαίνονται ελκυστικότερες
επιλογές υψηλού
κινδύνου.
Έρευνα της
Federal
Reserve
Bank
of
New
York
έχει καταγράψει αύξηση
της οικονομικής
δυσχέρειας των
νοικοκυριών και των
καθυστερήσεων στις
πληρωμές μετά τη
νομιμοποίηση του
αθλητικού στοιχηματισμού
μέσω κινητών συσκευών.
Το 2024, ένας στους επτά
νέους της Gen
Z
είχε εξαντλήσει το
διαθέσιμο όριο της
πιστωτικής του κάρτας.
Παράλληλα, τα πιστωτικά
σκορ της γενιάς
κατέγραψαν ιστορική
πτώση το 2025, καθώς
αυξάνονταν οι
καθυστερήσεις στις
πληρωμές πιστωτικών
καρτών.
Ο συνδυασμός χρέους,
οικονομικής αβεβαιότητας
και επικίνδυνων επιλογών
μπορεί να δημιουργήσει
έναν φαύλο κύκλο,
περιορίζοντας ακόμη
περισσότερο τις
δυνατότητες δημιουργίας
αποταμιεύσεων και
συσσώρευσης περιουσίας.
Η οικονομική ανασφάλεια
μετατρέπεται σε πολιτική
δυσαρέσκεια
Η οικονομία βρίσκεται
πλέον στο επίκεντρο της
πολιτικής συμπεριφοράς
των νέων Αμερικανών. Η
εκλογική επιτυχία του
Ντόναλντ Τραμπ το 2024
είχε συνδεθεί, μεταξύ
άλλων, με τις υποσχέσεις
του για περιορισμό του
υψηλού κόστους ζωής.
Ωστόσο, οι νέοι που
περίμεναν να δουν
βελτίωση στις
οικονομικές τους
συνθήκες διαπιστώνουν
ότι οι δυσκολίες
παραμένουν. Οι δασμοί
και ο πόλεμος με το Ιράν
έχουν εντείνει την
αβεβαιότητα γύρω από τις
τιμές, ενώ η αγορά
εργασίας δεν προσφέρει
πάντα τις ευκαιρίες που
χρειάζονται οι νέοι για
να αποκτήσουν οικονομική
ανεξαρτησία.
Η πολιτική τους στάση
δεν μπορεί να εξηγηθεί
αποκλειστικά από
πολιτισμικά ζητήματα ή
διαδικτυακές τάσεις. Οι
συνεντεύξεις με νέους
από διαφορετικές
περιοχές των ΗΠΑ
αναδεικνύουν έναν κοινό
προβληματισμό: την
αίσθηση ότι η οικονομία
δεν λειτουργεί προς
όφελος των απλών
πολιτών.
Η 21χρονη Anna
Yi,
φοιτήτρια στο
Πανεπιστήμιο της Βόρειας
Καρολίνας στο Τσάπελ
Χιλ, θυμάται ότι στις
πρώτες της εκλογές, το
2024, περίμενε μεγάλες
κοινωνικές αλλαγές.
Σήμερα, τα ερωτήματα που
την απασχολούν είναι πιο
άμεσα: ποιος θα της
εξασφαλίσει μια δουλειά
και πώς θα μπορέσει να
αποκτήσει δικό της σπίτι
πριν φτάσει στα 40 της.
Η μετατόπιση αυτή
δείχνει ότι για πολλούς
νέους η πολιτική
αξιολογείται πλέον με
βάση το αν μπορεί να
βελτιώσει την
καθημερινότητά τους,
αντί να περιορίζεται σε
υποσχέσεις για ευρύτερες
κοινωνικές αλλαγές.
Η εμπιστοσύνη στους
θεσμούς υποχωρεί
Η απογοήτευση δεν οδηγεί
αναγκαστικά τους νέους
προς ένα συγκεκριμένο
κόμμα. Μπορεί να
ενισχύσει την υποστήριξη
προς υποψηφίους που
υπόσχονται ριζικές
αλλαγές, αλλά μπορεί
επίσης να οδηγήσει σε
αποχή και πλήρη
αποστασιοποίηση από την
πολιτική.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση
του Institute
of
Politics,
μόλις το 15% των νέων
δήλωνε νωρίτερα μέσα στο
2026 ότι εμπιστεύεται
την ομοσπονδιακή
κυβέρνηση να κάνει το
σωστό πάντοτε ή τις
περισσότερες φορές.
Πρόκειται για το
χαμηλότερο επίπεδο στην
ιστορία της
συγκεκριμένης έρευνας.
Παράλληλα, το 50% των
νέων αισθάνεται ότι δεν
έχει λόγο στις αποφάσεις
της κυβέρνησης, έναντι
34% το 2017. Η αίσθηση
πολιτικής αδυναμίας
εντείνει την απογοήτευση
και περιορίζει το
κίνητρο συμμετοχής.
Μόλις το 33% των νέων
δηλώνει ότι είναι βέβαιο
πως θα ψηφίσει στις
ενδιάμεσες εκλογές του
Νοεμβρίου, ποσοστό
χαμηλότερο από εκείνα
που είχαν καταγραφεί
πριν από τις εκλογές του
2022 και του 2018.
Για τους
Ρεπουμπλικανούς, η
εξέλιξη αυτή ενέχει
ιδιαίτερο κίνδυνο, καθώς
η Gen
Z
είχε συμβάλει στην
εκλογική νίκη του Τραμπ
το 2024, χωρίς όμως να
έχει διαμορφώσει σταθερή
κομματική ταυτότητα. Οι
Δημοκρατικοί, από την
πλευρά τους, δεν μπορούν
να θεωρούν δεδομένη την
υποστήριξη των νέων, εάν
δεν παρουσιάσουν
πειστικές λύσεις για τα
οικονομικά προβλήματα
που αντιμετωπίζουν.
Από την αποχή στον
πολιτικό ριζοσπαστισμό
Η οικονομική απογοήτευση
μπορεί να οδηγήσει σε
διαφορετικές
αντιδράσεις. Κάποιοι
νέοι ενδέχεται να
απομακρυνθούν από την
εκλογική διαδικασία,
θεωρώντας ότι οι
πολιτικές υποσχέσεις δεν
μεταφράζονται σε
πραγματικές αλλαγές.
Άλλοι μπορεί να
αναζητήσουν πιο
ριζοσπαστικές πολιτικές
προτάσεις ή να στραφούν
προς ακραία διαδικτυακά
περιβάλλοντα.
Το δημοσίευμα αναφέρεται
στην αυξανόμενη απήχηση
ακροδεξιών και
αντισημιτικών
προσωπικοτήτων, όπως ο
Nick
Fuentes,
αλλά και στην
εξιδανίκευση της βίας σε
ορισμένους διαδικτυακούς
κύκλους μετά τη
δολοφονία του
διευθύνοντος συμβούλου
της
UnitedHealthcare,
Brian
Thompson,
για την οποία
κατηγορήθηκε ο
Luigi
Mangione.
Οι περιπτώσεις αυτές δεν
αποτελούν ένδειξη ότι η
οικονομική δυσχέρεια
οδηγεί αυτομάτως στον
εξτρεμισμό.
Αναδεικνύουν, ωστόσο,
τον κίνδυνο που
δημιουργείται όταν η
αίσθηση αποκλεισμού
συνδυάζεται με την
πεποίθηση ότι δεν
υπάρχει άλλος τρόπος να
ακουστεί κάποιος.
Ερευνητές που μελετούν
τον πολιτικό εξτρεμισμό
επισημαίνουν ότι η
αίσθηση πως το σύστημα
είναι χαλασμένο και δεν
προσφέρει εναλλακτικές
μπορεί να λειτουργήσει
ως παράγοντας κινδύνου
για τη
ριζοσπαστικοποίηση.
Η λύση μπορεί να
βρίσκεται σε αλλαγές που
γίνονται αισθητές στην
καθημερινότητα
Παρά τη γενικευμένη
δυσπιστία, δεν έχουν
εγκαταλείψει όλοι οι
νέοι την ιδέα ότι η
πολιτική μπορεί να
προσφέρει λύσεις.
Ορισμένοι επιδιώκουν να
συμμετάσχουν ενεργότερα,
είτε μέσα από οργανώσεις
είτε θέτοντας
υποψηφιότητα για δημόσια
αξιώματα.
Ο δήμαρχος της Νέας
Υόρκης Zohran
Mamdani
ξεχωρίζει για ένα μέρος
της νεότερης γενιάς
επειδή προβάλλει
συγκεκριμένες
παρεμβάσεις στην
καθημερινότητα, όπως η
αποκατάσταση δρόμων, η
εγκατάσταση δημόσιων
βρυσών και η φορολόγηση
δεύτερων κατοικιών.
Για ορισμένους νέους,
ακόμη και μικρές αλλαγές
έχουν σημασία όταν είναι
ορατές και βελτιώνουν τη
ζωή στην κοινότητά τους.
Παράλληλα, το Κογκρέσο
έχει αρχίσει να εξετάζει
μέτρα για την προσιτή
στέγαση. Ο νόμος 21st
Century
ROAD
to
Housing
Act,
που εγκρίθηκε νωρίτερα
μέσα στο 2026, στοχεύει
στην αύξηση της
προσφοράς κατοικιών και
στον περιορισμό του
κόστους, αν και τα
αποτελέσματά του
αναμένεται να χρειαστούν
χρόνο για να γίνουν
αισθητά.
Οι προτάσεις των
υποψηφίων διαφέρουν
σημαντικά ανάλογα με την
πολιτική τους
τοποθέτηση. Ο
Ρεπουμπλικανός
Riley
Owens,
υποψήφιος για τη Βουλή
των Αντιπροσώπων στη
Γιούτα, δίνει έμφαση σε
αλλαγές στους
πολεοδομικούς κανόνες
που θα διευκολύνουν την
κατασκευή κατοικιών,
στην επέκταση των
φορολογικών πιστώσεων
για στέγαση χαμηλού
εισοδήματος και στον
περιορισμό των αγορών
μονοκατοικιών από
μεγάλους επενδυτές.
Από την άλλη πλευρά, ο
Δημοκρατικός
Justin
Pearson,
υποψήφιος στο Τενεσί,
προωθεί ένα πρόγραμμα
οικονομικού λαϊκισμού
που περιλαμβάνει
καθολική υγειονομική
κάλυψη, αντιμετώπιση του
ιατρικού χρέους, αύξηση
του κατώτατου μισθού και
φορολόγηση των
δισεκατομμυριούχων.
Παρά τις διαφορές τους,
οι υποψήφιοι
αναγνωρίζουν ότι η
στέγαση, το χρέος και η
δυσκολία οικονομικής
ανέλιξης αποτελούν
κοινές ανησυχίες για
τους νέους ψηφοφόρους.
Οι ενδιάμεσες εκλογές θα
δοκιμάσουν και τα δύο
κόμματα
Η Gen
Z
δεν αποτελεί ένα
ομοιογενές εκλογικό σώμα
και η οικονομική
δυσαρέσκεια δεν εγγυάται
αυτόματα νίκη για τους
Δημοκρατικούς ή ήττα για
τους Ρεπουμπλικανούς. Το
αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί
σε μεγάλο βαθμό από το
κατά πόσο οι νέοι θα
πιστέψουν ότι η ψήφος
τους μπορεί να επηρεάσει
τις συνθήκες της ζωής
τους.
Η πρόκληση για την
Ουάσιγκτον είναι να
αποδείξει ότι μπορεί να
προσφέρει απτές λύσεις:
πιο προσιτή στέγαση,
καλύτερες επαγγελματικές
προοπτικές, χαμηλότερο
βάρος χρέους και
αποτελεσματικότερη
πρόσβαση στην
υγειονομική περίθαλψη.
Εάν οι πολιτικοί
συνεχίσουν να προσφέρουν
υποσχέσεις χωρίς ορατά
αποτελέσματα, η
απογοήτευση μπορεί να
μετατραπεί σε μόνιμη
αποχή ή να ενισχύσει τις
πιο ακραίες πολιτικές
φωνές. Αντίθετα, όσοι
καταφέρουν να συνδέσουν
την πολιτική με
συγκεκριμένες βελτιώσεις
στην καθημερινότητα θα
έχουν περισσότερες
πιθανότητες να κερδίσουν
την εμπιστοσύνη αυτής
της γενιάς.
Το διακύβευμα ξεπερνά
τις ενδιάμεσες εκλογές
του 2026 και
επεκτείνεται στις
προεδρικές εκλογές του
2028. Για τη Gen
Z,
το πραγματικό ερώτημα
δεν είναι απλώς ποιο
κόμμα θα επικρατήσει,
αλλά αν το αμερικανικό
σύστημα μπορεί ακόμη να
προσφέρει μια αξιόπιστη
διαδρομή προς την
οικονομική ανεξαρτησία.
Το αμερικανικό όνειρο
εξακολουθεί να αποτελεί
στόχο για τους
περισσότερους νέους,
αλλά η απόσταση ανάμεσα
στην επιθυμία και στην
πραγματικότητα
μεγαλώνει. Σύμφωνα με
έρευνα του UCLA
το 2024, το 86% των
ατόμων ηλικίας 14-27
ετών ήθελε να πετύχει
κάποια εκδοχή του
αμερικανικού ονείρου,
ενώ το 60% θεωρούσε ότι
αυτό θα ήταν δύσκολο να
επιτευχθεί προσωπικά.
Αυτή η αντίφαση
βρίσκεται στον πυρήνα
της πολιτικής
δυσαρέσκειας της
Gen
Z:
οι νέοι εξακολουθούν να
θέλουν να πιστεύουν ότι
η προσπάθεια
ανταμείβεται, αλλά
ζητούν πλέον αποδείξεις
ότι το σύστημα μπορεί να
τους προσφέρει
πραγματικές ευκαιρίες.
Πηγή: POLITICO
|