|
Η άνοδος του αργού
πετρελαίου στα υψηλότερα
επίπεδα από το καλοκαίρι
του 2022 αλλάζει τα
δεδομένα για τη Μόσχα.
Μέχρι πρόσφατα, η ρωσική
ηγεσία εξέταζε ακόμη και
το ενδεχόμενο
περιορισμού των
στρατιωτικών δαπανών.
Πλέον όμως, με τα έσοδα
από τις εξαγωγές
ενέργειας να αυξάνονται
σημαντικά, η Ρωσία
αποκτά μεγαλύτερη
οικονομική ευελιξία.
Παράλληλα, η Ουάσινγκτον
φαίνεται να χαλαρώνει
προσωρινά την πίεση,
καθώς το
Υπουργείο Οικονομικών
των Ηνωμένων Πολιτειών
εξέδωσε εξαίρεση που
επιτρέπει στην
Ινδία να
συνεχίσει να αγοράζει
ρωσικό πετρέλαιο, με
στόχο τη διατήρηση της
σταθερότητας στην
παγκόσμια αγορά
ενέργειας.
Η εξέλιξη αυτή δίνει στη
Μόσχα τη δυνατότητα να
διαθέτει το πετρέλαιο
τύπου Urals
σε υψηλότερες τιμές, ενώ
χώρες όπως η
Κίνα και η
Ινδία
σπεύδουν να εξασφαλίσουν
επαρκείς προμήθειες.
Έτσι δημιουργείται μια
ειρωνική γεωπολιτική
πραγματικότητα: οι
επιθέσεις κατά του
Ιράν, που
στόχευαν στην
αποδυνάμωση της
Τεχεράνης, καταλήγουν να
ενισχύουν τη ρωσική
οικονομία και κατ’
επέκταση την πολεμική
της δυνατότητα στον
πόλεμο στην
Ουκρανία.
Παρά την αισιοδοξία στο
Κρεμλίνο, αναλυτές
επισημαίνουν ότι η
διατήρηση αυτής της
οικονομικής ανάκαμψης θα
εξαρτηθεί από τη
διάρκεια της κρίσης. Για
να υπάρξει ουσιαστική
ενίσχυση της ρωσικής
οικονομίας, οι τιμές της
ενέργειας θα πρέπει να
παραμείνουν σε υψηλά
επίπεδα για μεγάλο
χρονικό διάστημα,
πιθανότατα για έναν
ολόκληρο χρόνο.
Ταυτόχρονα, η Ρωσία
ποντάρει και σε μια άλλη
παράμετρο: όσο η ένταση
στη Μέση Ανατολή
κλιμακώνεται, οι
Ηνωμένες Πολιτείες
στρέφουν σημαντικούς
πόρους και στρατιωτικό
εξοπλισμό προς την
περιοχή, περιορίζοντας
ενδεχομένως τα αποθέματα
που προορίζονταν για την
ενίσχυση της Ουκρανίας.
Σύμφωνα με ανάλυση του
Politico,
ακόμη και εξελίξεις όπως
η δολοφονία του
Αλί Χαμενεΐ
και το πλήγμα στην
εικόνα της Ρωσίας ως
προστάτιδας δύναμης των
συμμάχων της στη Μέση
Ανατολή ενδέχεται να
θεωρούνται από τη Μόσχα
αποδεκτό κόστος. Με το
«πετρελαϊκό σοκ» να
βρίσκεται ακόμη σε
εξέλιξη, η ρωσική ηγεσία
φαίνεται να εγκαταλείπει
τα σχέδια δημοσιονομικής
περιστολής, αξιοποιώντας
μια γεωπολιτική συγκυρία
που μετατρέπει την
ενεργειακή αγορά σε
στρατηγικό πλεονέκτημα.
|