|
Όπως
επισημαίνει το
Forbes, ο
τρόπος με τον οποίο
δημιουργήθηκαν αυτά τα
κεφάλαια αποτελεί βασικό
κομμάτι του σκανδάλου. Η
πιο «ήπια» εκδοχή θέλει
τις εγκληματικές του
πράξεις να μην
συνδέονται άμεσα με την
επαγγελματική του
δραστηριότητα, σύμφωνα
με την οποία
λειτουργούσε ως
οικονομικός σύμβουλος
υπερπλούσιων πελατών,
παρέχοντας υπηρεσίες
επενδυτικού και
φορολογικού σχεδιασμού.
Ο ίδιος,
μάλιστα, το 2013
παρουσιαζόταν ως
επιτυχημένος χρηματιστής
και επιχειρηματίας,
δηλώνοντας πρωτοπόρος σε
σύνθετα
χρηματοοικονομικά
προϊόντα, όπως τα
παράγωγα και τα options,
και ιδρυτής «ιδιαίτερα
κερδοφόρων»
επιχειρήσεων.
Στον
αντίποδα, κυκλοφορεί το
πιο ακραίο και
σκανδαλώδες αφήγημα, που
υιοθετούν κύκλοι
συνωμοσιολογίας και
υποστηρικτές του Donald
Trump. Σύμφωνα με αυτό,
ο Epstein φέρεται να
κατέγραφε κρυφά
σεξουαλικές πράξεις
ισχυρών προσώπων με
ανήλικους στα ακίνητα
και τα νησιά του και στη
συνέχεια να τους
εκβίαζε, χρησιμοποιώντας
τις χρηματοοικονομικές
του δραστηριότητες ως
βιτρίνα.
Ανεξάρτητα από τις
θεωρίες, η έρευνα του
Forbes σε
επίσημα έγγραφα και
δικογραφίες δείχνει ότι
η περιουσία του Epstein
στηρίχθηκε κυρίως σε δύο
δισεκατομμυριούχους
πελάτες του και σε ένα
ιδιαίτερα ευνοϊκό
φορολογικό καθεστώς.
Κεντρικά
πρόσωπα σε αυτή την
ιστορία είναι ο Les
Wexner, ιδρυτής του
ομίλου Limited και επί
δεκαετίες επικεφαλής της
Victoria’s Secret, και ο
Leon Black, ιδρυτής της
Apollo Global
Management. Από το 1999
έως το 2018, οι βασικές
εταιρείες του Epstein
φέρεται να δημιούργησαν
έσοδα άνω των 800 εκατ.
δολαρίων, εκ των οποίων
περίπου 490 εκατ.
προήλθαν από αμοιβές
συμβουλευτικών
υπηρεσιών. Πάνω από τα
τρία τέταρτα αυτών των
ποσών καταβλήθηκαν από
τον Wexner και τον
Black.
Ο Wexner
υπήρξε ο σημαντικότερος
πελάτης του Epstein από
τις αρχές της δεκαετίας
του ’90 έως το 2007,
καταβάλλοντάς του
συνολικά περίπου 200
εκατ. δολάρια. Ο Black,
από την πλευρά του,
φέρεται να του πλήρωσε
περίπου 170 εκατ.
δολάρια την περίοδο
2012–2017.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξε
και η μεταφορά της
φορολογικής του
κατοικίας στις Παρθένες
Νήσους των ΗΠΑ το 1996.
Εκεί, ίδρυσε δύο
εταιρείες
χρηματοοικονομικών
υπηρεσιών – τη Financial
Trust Company και
αργότερα τη Southern
Trust Company – μέσω των
οποίων εκμεταλλεύτηκε
ειδικά αναπτυξιακά
προγράμματα, μειώνοντας
δραστικά τη φορολογική
του επιβάρυνση.
Εκτιμάται ότι έτσι
γλίτωσε φόρους ύψους
περίπου 300 εκατ.
δολαρίων, ενώ την ίδια
περίοδο εισέπραξε
τουλάχιστον 360 εκατ.
δολάρια σε μερίσματα.
Το 1998,
μάλιστα, απέκτησε έναντι
σχεδόν 8 εκατ. δολαρίων
το Little St. James
Island, το οποίο
αργότερα έγινε διαβόητο
ως «νησί του Epstein».
Στο
πελατολόγιό του
περιλαμβάνονταν επίσης
πρόσωπα όπως η
κληρονόμος της Johnson &
Johnson, Elizabeth
Johnson, και ο
δισεκατομμυριούχος
διαχειριστής hedge fund
Glenn Dubin. Το fund του
τελευταίου φέρεται να
κατέβαλε 15 εκατ.
δολάρια στον Epstein για
τη διαμεσολάβησή του σε
συμφωνία 1,3 δισ.
δολαρίων με την JP
Morgan Chase.
Σύμφωνα
με τον Leon Black, ο
Epstein είχε συνεργαστεί
και με πρώην υπουργούς
Οικονομικών των ΗΠΑ,
αρχηγούς κρατών,
Νομπελίστες και ισχυρούς
φιλάνθρωπους, χωρίς ποτέ
να κατονομάσει
συγκεκριμένα πρόσωπα. Ο
ίδιος ο Epstein, σε
κάποια φάση, φέρεται να
ισχυρίστηκε ότι δεχόταν
ως πελάτες μόνο άτομα με
περιουσία άνω του 1 δισ.
δολαρίων.
Το
οικονομικό μυστήριο γύρω
από τον Epstein δείχνει
πώς ο ακραίος πλούτος, η
φορολογική ασυλία και η
πρόσβαση στην ελίτ
μπορούν να συνυπάρξουν
με πλήρη αδιαφάνεια.
|