|
Στα μέσα του 19ου αιώνα
η σαλικίνη ήταν γνωστή
στους γιατρούς, αλλά
χρησιμοποιούνταν με
φειδώ λόγω της
δυσάρεστης γεύσης και
της επιβλαβούς δράσης
στο στομάχι. Το 1897, ο
υπάλληλος της
Bayer
Felix
Hoffmann
ανέπτυξε έναν τρόπο να
δημιουργήσει σταθερή
μορφή του φαρμάκου, πιο
εύκολη στην κατάποση.
Κάποιες πηγές αποδίδουν
την αρχική συνεισφορά
στον Εβραίο χημικό
Arthur
Eichengrün,
η οποία όμως
αποσιωπήθηκε κατά την
εποχή των Ναζί.
Η Bayer
προώθησε αρχικά την
ασπιρίνη σε σκόνη με
οδηγίες χορήγησης 1
γραμμαρίου στους
ασθενείς. Το όνομα «Aspirin»
προέρχεται από το «a»
του «acetyl»,
το «spir»
από το φυτό
spirea
και το «in»
που χρησιμοποιείται
συχνά σε φαρμακευτικά
προϊόντα.
Η ασπιρίνη έγινε σύντομα
το Νο1 φάρμακο
παγκοσμίως. Από το 1915
κυκλοφορεί χωρίς συνταγή
και το 1917, λόγω Α΄
Παγκοσμίου Πολέμου, η
Bayer
έχασε τα δικαιώματα του
εμπορικού σήματος στις
ΗΠΑ, που εξαγοράστηκε
από τη
Sterling
Products
Company,
αργότερα μετονομασμένη
σε Sterling
Winthrop.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο
Πόλεμο, η Bayer
επανεμφανίστηκε ως
ανεξάρτητη εταιρεία και
αργότερα εξαγόρασε τη
Miles
Laboratories
το 1978
και τη μονάδα μη
συνταγογραφούμενων
φαρμάκων της
Sterling
Winthrop
το 1994, επαναφέροντας
το όνομα και το λογότυπο
της Bayer
στις ΗΠΑ.
Η ασπιρίνη συχνά
χαρακτηρίζεται
«θαυματουργό φάρμακο».
Το 1948, ο γιατρός
Lawrence
Craven
σύστησε την καθημερινή
λήψη ασπιρίνης για
μείωση του κινδύνου
καρδιακής προσβολής. Το
1982, το Νόμπελ Ιατρικής
απονεμήθηκε σε ερευνητές
που εξήγησαν
επιστημονικά πώς η
ασπιρίνη εμποδίζει τη
δημιουργία θρόμβων και
προστατεύει την καρδιά.
Σύγχρονες μελέτες
δείχνουν ότι η
καθημερινή λήψη
ασπιρίνης μπορεί να
μειώσει τον κίνδυνο
καρκίνου κατά
τουλάχιστον 20% σε 20
χρόνια. Παρά τη μείωση
της χρήσης της ως
αναλγητικό, η ασπιρίνη
παραμένει παρούσα στα
περισσότερα νοικοκυριά
παγκοσμίως.
|