| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Παρασκευή, 23/10/2026

   

 

Αυξημένες πιέσεις στην ποιότητα των τραπεζικών χαρτοφυλακίων καταγράφει η Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια επέστρεψαν σε ανοδική τροχιά το πρώτο εξάμηνο του 2026. Το απόθεμά τους αυξήθηκε κατά 529 εκατ. ευρώ, φτάνοντας στα 6,2 δισ. ευρώ στο τέλος Ιουνίου από 5,7 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2025, με τα νοικοκυριά, τους ελεύθερους επαγγελματίες και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις να εμφανίζουν τις μεγαλύτερες αδυναμίες.

Η εξέλιξη αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο τον κίνδυνο δημιουργίας νέων επισφαλειών, σε μια περίοδο κατά την οποία η άνοδος του ενεργειακού κόστους, οι πληθωριστικές πιέσεις και η γεωπολιτική αβεβαιότητα επιβαρύνουν τα οικονομικά νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Παράλληλα, η ΤτΕ παρακολουθεί στενά τις επιπτώσεις από την αύξηση των επιτοκίων και την επιτάχυνση της στεγαστικής πίστης, σε συνδυασμό με την άνοδο των τιμών των ακινήτων.

Σύμφωνα με την Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, η συνολική εικόνα του τραπεζικού συστήματος παραμένει διαχειρίσιμη, ωστόσο οι επιμέρους δείκτες αποκαλύπτουν σημαντικές διαφοροποιήσεις ανά κατηγορία δανειοληπτών και κλάδο οικονομικής δραστηριότητας. Το γεγονός ότι οι προβληματικές οφειλές αυξάνονται, ενώ η επιστροφή δανείων σε καθεστώς κανονικής εξυπηρέτησης επιβραδύνεται, ενισχύει την ανάγκη για αυξημένη επαγρύπνηση.

 

Στα 6,2 δισ. ευρώ τα κόκκινα δάνεια – Τι δείχνουν τα στοιχεία

Στο τέλος Ιουνίου 2026, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των τραπεζών ανήλθαν σε 6,208 δισ. ευρώ, από 5,7 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025, σημειώνοντας αύξηση 9,3%. Από το συνολικό αυτό ποσό, δάνεια ύψους 2,397 δισ. ευρώ χαρακτηρίζονται ως αβέβαιης είσπραξης, έναντι 1,945 δισ. ευρώ έξι μήνες νωρίτερα.

Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων διαμορφώθηκε στο 3,4% τον Ιούνιο, από 3,3% τον Δεκέμβριο του 2025, σε ατομική βάση για τις τράπεζες. Η άνοδος του δείκτη ήταν περιορισμένη, καθώς αντισταθμίστηκε εν μέρει από τη συνεχιζόμενη πιστωτική επέκταση, με το συνολικό χαρτοφυλάκιο δανείων να αυξάνεται στα 180,4 δισ. ευρώ.

Η αύξηση των προβληματικών δανείων συνδέεται κυρίως με την ανισορροπία μεταξύ νέων καθυστερήσεων και επιστροφών σε κανονική εξυπηρέτηση. Κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους, δάνεια ύψους 1,7 δισ. ευρώ μετακινήθηκαν από την κατηγορία των εξυπηρετούμενων σε εκείνη των μη εξυπηρετούμενων, ενώ οι επιστροφές σε κανονική εξυπηρέτηση περιορίστηκαν στα 388 εκατ. ευρώ. Την ίδια στιγμή, οι διαγραφές δανείων ανήλθαν μόλις σε 73 εκατ. ευρώ.

Παρά τη σημαντική βελτίωση που έχει επιτευχθεί την τελευταία δεκαετία, η πορεία αντιστροφής των επισφαλειών παραμένει ζητούμενο. Από το ιστορικό υψηλό των 101 δισ. ευρώ που καταγράφηκε τον Μάρτιο του 2016, το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων έχει μειωθεί κατά περίπου 94%.

Νοικοκυριά: Αύξηση 14% στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια

Η μεγαλύτερη επιδείνωση καταγράφεται στο χαρτοφυλάκιο των νοικοκυριών, όπου τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αυξήθηκαν κατά 14% μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2026. Ο σχετικός δείκτης διαμορφώθηκε στο 8,6%, επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από τον αντίστοιχο δείκτη των επιχειρηματικών δανείων.

Στην πρώτη γραμμή των πιέσεων βρίσκονται τα στεγαστικά δάνεια, με το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων οφειλών να αυξάνεται κατά 14,6%. Στα καταναλωτικά δάνεια, η αντίστοιχη άνοδος έφτασε το 11,7%.

Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι μέρος της αύξησης στα στεγαστικά συνδέεται με τη νομοθετική ρύθμιση για τη μετατροπή δανείων σε ελβετικό φράγκο σε ευρώ, καθώς και με πρωτοβουλίες τραπεζών για συγκεκριμένες κατηγορίες ρυθμισμένων στεγαστικών δανείων ευάλωτων νοικοκυριών. Επομένως, η μεταβολή των δεικτών δεν αποδίδεται αποκλειστικά σε νέα οικονομική αδυναμία των δανειοληπτών.

Ωστόσο, η επιβάρυνση του διαθέσιμου εισοδήματος από τις υψηλότερες τιμές βασικών αγαθών και το ενεργειακό κόστος, σε συνδυασμό με ενδεχόμενη περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων, δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες για την εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων.

Την ίδια στιγμή, η άνοδος των τιμών των κατοικιών και η επιταχυνόμενη αύξηση των στεγαστικών χορηγήσεων αποτελούν παράγοντες που απαιτούν προσεκτική αξιολόγηση. Η ΤτΕ δεν διαπιστώνει άμεση απειλή για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, αλλά θεωρεί αναγκαία τη στενή παρακολούθηση των εξελίξεων, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος δημιουργίας νέων επισφαλειών.

Μικρές επιχειρήσεις και ελεύθεροι επαγγελματίες στο επίκεντρο

Στο επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο, ο συνολικός δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων παρέμεινε στο 2,2% τον Ιούνιο του 2026, αμετάβλητος σε σχέση με το τέλος του 2025. Πίσω από αυτή τη σταθερότητα, ωστόσο, κρύβεται μια σαφής απόκλιση μεταξύ μεγάλων και μικρότερων επιχειρήσεων.

Στις μεγάλες εταιρείες, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων περιορίζεται στο 0,9%, ενώ στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις διαμορφώνεται στο 4,6%. Στις πολύ μικρές επιχειρήσεις, το ποσοστό φτάνει στο 11,2%, αναδεικνύοντας τη μεγαλύτερη ευπάθεια των μικρότερων επιχειρηματικών σχημάτων.

Ανάλογη εικόνα προκύπτει και από τη μεταβολή του αποθέματος των προβληματικών δανείων κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους.

Ελεύθεροι επαγγελματίες, πολύ μικρές και ατομικές επιχειρήσεις: αύξηση 12,5%.

Μεγάλες επιχειρήσεις: αύξηση 3,8%.

Μικρομεσαίες επιχειρήσεις: αύξηση 1,2%.

Ναυτιλιακές επιχειρήσεις: μείωση 7,3%.

Συνολικά, τα μη εξυπηρετούμενα επιχειρηματικά δάνεια αυξήθηκαν κατά 5,4% στο εξάμηνο, παρά την πιστωτική επέκταση, η οποία έφτασε τα 8,7 δισ. ευρώ. Η διεύρυνση του συνολικού χαρτοφυλακίου συνέβαλε στη συγκράτηση του δείκτη, χωρίς όμως να αποτρέψει την αύξηση των προβληματικών απαιτήσεων.

Η διαφοροποίηση ανά μέγεθος επιχείρησης έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι μικρότερες μονάδες διαθέτουν συνήθως πιο περιορισμένα αποθέματα ρευστότητας και μικρότερη δυνατότητα απορρόφησης αυξήσεων στο κόστος λειτουργίας. Εάν οι ενεργειακές και πληθωριστικές πιέσεις παραταθούν, οι επιχειρήσεις αυτές ενδέχεται να δυσκολευτούν περισσότερο να διατηρήσουν την ομαλή εξυπηρέτηση των δανείων τους.

Ποιοι κλάδοι εμφανίζουν τα υψηλότερα ποσοστά κόκκινων δανείων

Η εικόνα ανά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας αποκαλύπτει ότι οι μεγαλύτερες επισφάλειες συγκεντρώνονται σε τομείς που αντιμετωπίζουν ήδη διαρθρωτικές ή χρηματοοικονομικές δυσκολίες. Δεν ταυτίζονται, επομένως, κατ’ ανάγκη με τους κλάδους που είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στην ενεργειακή κρίση.

Τα υψηλότερα ποσοστά μη εξυπηρετούμενων δανείων καταγράφονται στις ακόλουθες δραστηριότητες:

Κλάδος οικονομικής δραστηριότητας

Μη εξυπηρετούμενα δάνεια

Κλωστοϋφαντουργία και εστίαση

12,9%

Χαρτί, ξύλο και έπιπλα

7,9%

Τηλεπικοινωνίες, πληροφορική και ενημέρωση

7,1%

Αγροτικές δραστηριότητες

6,8%

Μεταλλουργία και εμπόριο

6,1%

Σε ορισμένους επιμέρους κλάδους της μεταποίησης καταγράφονται επίσης αυξημένες καθυστερήσεις, αν και σε αρκετές περιπτώσεις τα σχετικά υπόλοιπα χρηματοδοτήσεων είναι περιορισμένα, με αποτέλεσμα η επίδρασή τους στο συνολικό χαρτοφυλάκιο να είναι μικρότερη.

Πέρα από τις ήδη υφιστάμενες αδυναμίες, η ΤτΕ προειδοποιεί για τις έμμεσες επιπτώσεις των γεωπολιτικών εξελίξεων και της ενεργειακής αναταραχής. Η άμεση έκθεση των συστημικών τραπεζών σε αντισυμβαλλομένους από την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής παραμένει κάτω από το 1% των χαρτοφυλακίων τους. Ωστόσο, η έμμεση επίδραση από τις υψηλότερες τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου μπορεί να είναι σημαντικότερη.

Οι μεταφορές, η αποθήκευση, η μεταποίηση, η ακτοπλοΐα, η γεωργία και οι κατασκευές συγκαταλέγονται στους κλάδους που χρειάζονται αυξημένη παρακολούθηση. Η εξάρτησή τους από την ενέργεια, τις διεθνείς μεταφορές και τις συνθήκες της παγκόσμιας αγοράς μπορεί να συμπιέσει τα περιθώρια κέρδους και να επιβαρύνει την αποπληρωμή των δανείων τους.

Τα επιτόκια και η αγορά ακινήτων στο μικροσκόπιο

Πέρα από τις υφιστάμενες καθυστερήσεις, η Τράπεζα της Ελλάδος εξετάζει τους παράγοντες που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τον πιστωτικό κίνδυνο το επόμενο διάστημα.

Η πιθανότητα περαιτέρω ανόδου των επιτοκίων αποτελεί έναν από τους βασικούς κινδύνους, ιδιαίτερα για δανειολήπτες με κυμαινόμενο επιτόκιο ή περιορισμένες οικονομικές αντοχές. Σε ένα περιβάλλον αυξημένου ενεργειακού κόστους και ακριβότερων καταναλωτικών αγαθών, η επιβάρυνση των δόσεων μπορεί να περιορίσει περαιτέρω το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

Παράλληλα, η άνοδος των τιμών των ακινήτων και η αύξηση της στεγαστικής πίστης απαιτούν προσεκτική αξιολόγηση της δυνατότητας αποπληρωμής των νέων δανείων. Η επέκταση των χορηγήσεων ενισχύει μεν τα έσοδα των τραπεζών και διευρύνει το συνολικό χαρτοφυλάκιό τους, αλλά η ποιότητα των νέων δανείων θα κρίνει σε σημαντικό βαθμό την εξέλιξη των επισφαλειών τα επόμενα χρόνια.

Για την ώρα, η ΤτΕ δεν διαπιστώνει ότι οι συγκεκριμένοι παράγοντες απειλούν άμεσα τη σταθερότητα του συστήματος. Η προειδοποίηση αφορά κυρίως την ανάγκη να αποφευχθεί η συσσώρευση κινδύνων που θα μπορούσαν να εκδηλωθούν εντονότερα σε περίπτωση παρατεταμένης οικονομικής επιβράδυνσης ή νέου ενεργειακού σοκ.

Η κάλυψη των κόκκινων δανείων με προβλέψεις υποχωρεί

Ένα ακόμη σημείο προβληματισμού είναι η μείωση της κάλυψης των μη εξυπηρετούμενων δανείων μέσω προβλέψεων. Ο σχετικός δείκτης υποχώρησε στο 37,1% από 38,7%, ενώ παραμένει περίπου τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η απόκλιση αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων στην Ελλάδα διαμορφώνεται στο 2,6% σε ενοποιημένη βάση, έναντι 1,8% στην ΕΕ. Με άλλα λόγια, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλότερο ποσοστό προβληματικών δανείων, ενώ η κάλυψή τους από προβλέψεις είναι χαμηλότερη από την ευρωπαϊκή.

Αντίθετα, η κάλυψη μέσω εξασφαλίσεων παρέμεινε σταθερή στο 71%. Η αξία των εξασφαλίσεων αυξήθηκε στα 4,4 δισ. ευρώ από 4 δισ. ευρώ, ακολουθώντας την αύξηση του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Την ίδια στιγμή, η επιβράδυνση της επαναφοράς προβληματικών δανείων σε κανονική εξυπηρέτηση περιορίζει τη δυνατότητα ταχείας εξυγίανσης των χαρτοφυλακίων. Η εξέλιξη αυτή καθιστά σημαντικότερη την έγκαιρη αναγνώριση των νέων κινδύνων και την αποτελεσματική διαχείριση των υφιστάμενων απαιτήσεων.

Τι δείχνουν τα δάνεια Σταδίου 1, 2 και 3

Η κατανομή των δανείων ανάλογα με τον πιστωτικό κίνδυνο προσφέρει μια πιο σύνθετη εικόνα της κατάστασης. Τον Ιούνιο του 2026, το 90% του συνολικού χαρτοφυλακίου κατατασσόταν στο Στάδιο 1, από 89,4% τον Δεκέμβριο του 2025. Πρόκειται για δάνεια χαμηλού πιστωτικού κινδύνου, τα οποία δεν εμφανίζουν σημαντική επιδείνωση της πιστοληπτικής τους εικόνας.

Αντίθετα, το ποσοστό των δανείων Σταδίου 2, δηλαδή εκείνων που έχουν παρουσιάσει σημαντική αύξηση πιστωτικού κινδύνου από τη χορήγησή τους, υποχώρησε στο 6,1% από 6,7%. Τα δάνεια Σταδίου 3, τα οποία βρίσκονται σε αθέτηση, παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητα στο 3,9%.

Η αύξηση της συμμετοχής των δανείων Σταδίου 1 συνδέεται εν μέρει με τη συνεχιζόμενη πιστωτική επέκταση και την προσθήκη νέων εξυπηρετούμενων χορηγήσεων. Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή δεν αναιρεί την ανάγκη παρακολούθησης των δανείων που εμφανίζουν πρώιμες ενδείξεις επιδείνωσης.

Για τις τράπεζες, κρίσιμο ζητούμενο είναι να εντοπίζουν έγκαιρα τις περιπτώσεις στις οποίες η οικονομική κατάσταση του δανειολήπτη επιδεινώνεται, προτού οι καθυστερήσεις καταστούν παρατεταμένες και το δάνειο περάσει στην κατηγορία των μη εξυπηρετούμενων.

Το μήνυμα της ΤτΕ προς τις τράπεζες

Η Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας υπογραμμίζει την ανάγκη για συστηματικότερη παρακολούθηση των δανειακών χαρτοφυλακίων, με ιδιαίτερη έμφαση στα νοικοκυριά, στους ελεύθερους επαγγελματίες και στις μικρότερες επιχειρήσεις. Η σταθερότητα των συνολικών δεικτών δεν αρκεί από μόνη της για να αποκλείσει μια σταδιακή επιδείνωση της ποιότητας των απαιτήσεων.

Οι τράπεζες καλούνται να ενισχύσουν την έγκαιρη αναγνώριση των κινδύνων, να εφαρμόζουν συνετή πολιτική σχηματισμού προβλέψεων και να αξιολογούν όχι μόνο τα δάνεια που βρίσκονται ήδη σε καθυστέρηση, αλλά και εκείνα που εξακολουθούν να εξυπηρετούνται κανονικά, παρά τις αυξανόμενες πιέσεις στους δανειολήπτες.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η αποκλιμάκωση των κόκκινων δανείων που χαρακτήρισε τα προηγούμενα χρόνια δεν έχει εξαφανίσει τις εστίες πιστωτικού κινδύνου. Η νέα αύξηση των επισφαλειών, η μεγαλύτερη επιβάρυνση των μικρών επιχειρήσεων και των νοικοκυριών και η χαμηλότερη κάλυψη μέσω προβλέψεων συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί προσοχή.

Παρότι οι ελληνικές τράπεζες απέχουν σημαντικά από τα επίπεδα προβληματικών δανείων της προηγούμενης δεκαετίας, η ανθεκτικότητά τους θα εξαρτηθεί και από το κατά πόσο θα μπορέσουν να περιορίσουν την εμφάνιση νέων επισφαλειών σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους, ακριβότερης χρηματοδότησης και επίμονης γεωπολιτικής αβεβαιότητας.

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum