| Ειδήσεις | Ο Κυνηγός | Λεωφόρος Αθηνών | "Κουλου - Βάχατα" | +/- | "Μας ακούνε" | Fundamentalist | Marx - Soros |

 
 

Πέμπτη, 22/10/2026

   

 

Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται με ρυθμούς υψηλότερους από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ωστόσο η επιτάχυνση του πληθωρισμού, η άνοδος του ενεργειακού κόστους και οι γεωπολιτικές αναταράξεις δημιουργούν πρόσθετες προκλήσεις για τις οικονομικές προοπτικές και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, που δημοσιοποιήθηκε την Πέμπτη, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, επισημαίνει ότι η οικονομία διατηρεί τη δυναμική της, αλλά οι διεθνείς εξελίξεις εντείνουν τις αβεβαιότητες. Παράλληλα, η ΤτΕ προειδοποιεί για ενδείξεις συσσώρευσης κινδύνων σε επιμέρους τομείς, όπως η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων, η αγορά κατοικίας και το εξωτερικό ισοζύγιο.

Την ίδια ώρα, ο τραπεζικός κλάδος εμφανίζει αυξημένη κερδοφορία, ικανοποιητική κεφαλαιακή επάρκεια και ισχυρούς δείκτες ρευστότητας, αν και καταγράφεται οριακή επιδείνωση στην ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου.

 

Ανάπτυξη 1,9% το πρώτο εξάμηνο, παρά την επιβράδυνση

Το ΑΕΠ της Ελλάδας αυξήθηκε κατά 1,9% το πρώτο εξάμηνο του 2026, έναντι 2,1% την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Παρά την επιβράδυνση, ο ρυθμός ανάπτυξης παρέμεινε υπερδιπλάσιος από το 0,9% που καταγράφηκε κατά μέσο όρο στην ευρωζώνη.

Κυριότερος μοχλός της οικονομικής δραστηριότητας ήταν οι επενδύσεις, οι οποίες αυξήθηκαν με ρυθμό υπερδιπλάσιο σε σύγκριση με το πρώτο εξάμηνο του 2025. Θετική συμβολή είχαν επίσης η ιδιωτική και η δημόσια κατανάλωση, ενώ το εξωτερικό ισοζύγιο λειτούργησε ανασταλτικά για την ανάπτυξη.

Η αγορά εργασίας συνέχισε να βελτιώνεται, αν και η αύξηση της απασχόλησης ήταν ηπιότερη σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα. Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει ότι η οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται, αλλά με ορισμένες ενδείξεις εξασθένησης της δυναμικής της.

Πληθωρισμός και ενέργεια πιέζουν τις προοπτικές

Σημαντική πηγή ανησυχίας αποτελεί η επιτάχυνση του πληθωρισμού, ο οποίος εξακολουθεί να υπερβαίνει αισθητά τον μέσο όρο της ευρωζώνης.

Με βάση τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 3,8% κατά την περίοδο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2026, έναντι 3% το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Στη ζώνη του ευρώ, ο μέσος πληθωρισμός ανήλθε στο 2,8%.

Η Τράπεζα της Ελλάδος αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στις γεωπολιτικές εξελίξεις, καθώς η κλιμάκωση των εντάσεων στη Μέση Ανατολή και οι διαταραχές στις διεθνείς ενεργειακές ροές έχουν προκαλέσει απότομη άνοδο των τιμών της ενέργειας. Η εξέλιξη αυτή επιβαρύνει τις αναπτυξιακές προοπτικές και ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις σε διεθνές επίπεδο.

Παράλληλα, η αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων επιβαρύνει το κόστος αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους, ιδίως για τις χώρες με περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια. Οι υψηλότερες αποδόσεις επηρεάζουν αρνητικά και τις επιχειρήσεις, καθώς αυξάνουν το κόστος χρηματοδότησης και άντλησης κεφαλαίων.

Τρεις εστίες συσσώρευσης συστημικών κινδύνων

Παρά τη συνολικά θετική εικόνα της ελληνικής οικονομίας, η ΤτΕ εντοπίζει ενδείξεις σταδιακής συσσώρευσης κυκλικών συστημικών κινδύνων σε τρεις βασικούς τομείς: τη χρηματοδότηση των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, τις τιμές των κατοικιών και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Η αξιολόγηση των σχετικών δεικτών δεν καταδεικνύει υπερβολική πιστωτική επέκταση στο σύνολο της οικονομίας. Ωστόσο, οι επιμέρους εξελίξεις απαιτούν παρακολούθηση, ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία ανισορροπιών που θα μπορούσαν να απειλήσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Επιπλέον, οι υψηλές αποτιμήσεις και η συγκέντρωση επενδύσεων σε συγκεκριμένες μετοχές της υψηλής τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης ενισχύουν τον κίνδυνο απότομης αναπροσαρμογής των τιμών στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων.

Στο πλαίσιο αυτό, η Τράπεζα της Ελλάδος υπογραμμίζει τη σημασία της κατάλληλης μακροπροληπτικής πολιτικής, με στόχο τον έγκαιρο εντοπισμό και τον περιορισμό των συστημικών κινδύνων. Παράλληλα, η βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών του τραπεζικού τομέα και η αναδιάρθρωση μικρότερων τραπεζών δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για την ενίσχυση των κεφαλαιακών αποθεμάτων ασφαλείας.

Τραπεζικά κέρδη 2,6 δισ. ευρώ στο εξάμηνο

Ισχυρή παραμένει η εικόνα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, με την κερδοφορία να ενισχύεται και τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας να διατηρούνται σε ικανοποιητικά επίπεδα.

Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, οι ελληνικοί τραπεζικοί όμιλοι κατέγραψαν κέρδη μετά από φόρους και διακοπτόμενες δραστηριότητες ύψους 2,6 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 3,8% σε ετήσια βάση.

Τα λειτουργικά έσοδα ενισχύθηκαν κατά 6,8%, με τα καθαρά έσοδα από τόκους να αυξάνονται κατά 5,6%, χάρη στην πιστωτική επέκταση και την αύξηση των τοποθετήσεων σε χρεόγραφα ξένων κρατών.

Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η άνοδος των καθαρών εσόδων από προμήθειες, τα οποία αυξήθηκαν κατά 18,5%. Συνολικά, τα έσοδα από τις κύριες τραπεζικές εργασίες, δηλαδή τους τόκους και τις προμήθειες, ενισχύθηκαν κατά 8,3%.

Από την άλλη πλευρά, τα λειτουργικά έξοδα αυξήθηκαν κατά 9,3%. Η επιβάρυνση αυτή αντισταθμίστηκε εν μέρει από τη μείωση των προβλέψεων για πιστωτικό κίνδυνο κατά 27,8%.

Ως αποτέλεσμα, ο δείκτης αποδοτικότητας ενεργητικού (RoA) διαμορφώθηκε στο 1,3% και ο δείκτης αποδοτικότητας ιδίων κεφαλαίων (RoE) στο 12,1%.

Οριακή αύξηση στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια

Η βελτίωση της κερδοφορίας δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη βελτίωση σε όλους τους δείκτες ποιότητας του ενεργητικού. Αντίθετα, η ΤτΕ καταγράφει μικρή επιδείνωση στο χαρτοφυλάκιο δανείων.

Το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) σε ατομική βάση ανήλθε τον Ιούνιο του 2026 σε 6,2 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 9,3% σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2025. Η άνοδος οφείλεται κυρίως στην καθαρή εισροή νέων προβληματικών δανείων.

Ο δείκτης ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων διαμορφώθηκε στο 3,4%, από 3,3% στο τέλος του 2025.

Παράλληλα, ο δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 (CET1) υποχώρησε στο 14,8% τον Ιούνιο του 2026, από 15,4% τον Δεκέμβριο του 2025. Ο συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας μειώθηκε ελαφρώς, στο 19,6% από 19,8%.

Η έκθεση επισημαίνει επίσης ότι οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό μέρος των κεφαλαίων CET1. Το ποσοστό τους, ωστόσο, περιορίστηκε στο 36% τον Ιούνιο του 2026, από 39,7% στο τέλος του προηγούμενου έτους.

Ισχυροί δείκτες ρευστότητας, αλλά αυξημένες τεχνολογικές προκλήσεις

Η ρευστότητα των ελληνικών τραπεζικών ομίλων παραμένει σε υψηλά επίπεδα, με τους σχετικούς δείκτες να υπερβαίνουν σημαντικά τις εποπτικές απαιτήσεις.

Ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας (LCR) διαμορφώθηκε στο 197,8% τον Ιούνιο του 2026, ενώ ο δείκτης καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (NSFR) ανήλθε στο 134,7%.

Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, η ανθεκτικότητα του κλάδου ενισχύεται από την υψηλή ρευστότητα και την απρόσκοπτη πρόσβαση των τραπεζών στη διατραπεζική αγορά και τις κεφαλαιαγορές.

Ωστόσο, ο ψηφιακός μετασχηματισμός δημιουργεί νέες απαιτήσεις ως προς τη διαχείριση των λειτουργικών κινδύνων. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στα προηγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης, τα οποία μπορούν να ενισχύσουν τις κυβερνοαπειλές και να αυξήσουν την εξάρτηση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων από περιορισμένο αριθμό τεχνολογικών παρόχων και υποδομών.

Η ΤτΕ θεωρεί, συνεπώς, αναγκαία την περαιτέρω ενίσχυση της ψηφιακής επιχειρησιακής ανθεκτικότητας των τραπεζών, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν αποτελεσματικά σε ενδεχόμενες κυβερνοεπιθέσεις, τεχνολογικές διαταραχές και νέες πηγές συστημικού κινδύνου.

 

Greek Finance Forum Team

 
 
 
GFF Feed

Loading...

 
 
 
 
 
 
 

Αποποίηση Ευθύνης.... 

© 2016-2026 Greek Finance Forum