|
Η τάση αυτή έχει ήδη
αρχίσει να αποτυπώνεται
πιο καθαρά την τελευταία
διετία, κατά την οποία
σημειώθηκαν κινήσεις
εξαγορών, συνεργασιών
και αναδιάταξης δυνάμεων
σε τομείς όπως η
διαχείριση κεφαλαίων, η
τραπεζοασφάλιση και οι
υπηρεσίες επενδυτικής
τραπεζικής. Και όλα
δείχνουν ότι η
διαδικασία αυτή δεν έχει
ολοκληρωθεί, αλλά
αντίθετα μπορεί να
συνεχιστεί με νέα βήματα
και περαιτέρω
συγκέντρωση.
Παράγοντες της αγοράς
επισημαίνουν ότι, ύστερα
από μια μακρά περίοδο
κατά την οποία οι
τράπεζες λειτουργούσαν
σε περιβάλλον
περιορισμένων
δυνατοτήτων, η ελληνική
οικονομία εμφανίζει
πλέον εκ νέου τις
προϋποθέσεις για
ισχυρότερη παραγωγή
τραπεζικών εσόδων. Η
δημοσιονομική εικόνα της
χώρας θεωρείται πιο
σταθερή, η αναπτυξιακή
πορεία παραμένει αισθητά
ισχυρότερη από τον μέσο
όρο της Ευρωζώνης, οι
επενδύσεις αποκτούν
μεγαλύτερο ρόλο στη
συνολική μεγέθυνση, ενώ
η επιστροφή της χώρας
στην επενδυτική βαθμίδα
έχει ενισχύσει το κλίμα
εμπιστοσύνης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο,
οι τράπεζες εκτιμούν ότι
υπάρχουν προϋποθέσεις
για διεύρυνση τόσο των
παραδοσιακών, έντοκων
εργασιών τους όσο και
των πηγών εσόδων που
προέρχονται από
προμήθειες και λοιπές μη
επιτοκιακές
δραστηριότητες.
Στο μέτωπο των
χορηγήσεων, η αγορά
δείχνει να αφήνει πίσω
της τη μακρά περίοδο
στασιμότητας, καθώς η
πιστωτική επέκταση έχει
επιστρέψει σε θετικούς
ρυθμούς. Παρ’ όλα αυτά,
το συνολικό ύψος του
τραπεζικού δανεισμού
στην Ελλάδα εξακολουθεί
να υπολείπεται του
ευρωπαϊκού μέσου όρου ως
ποσοστό του ΑΕΠ,
στοιχείο που οι τράπεζες
αντιμετωπίζουν ως σαφή
ένδειξη ότι υπάρχουν
ακόμη περιθώρια
ανάκαμψης. Την ίδια ώρα,
διαθέτουν πλεονάζουσα
ρευστότητα με σχετικά
χαμηλό κόστος, γεγονός
που τους επιτρέπει να
χρηματοδοτήσουν με
μεγαλύτερη ένταση την
οικονομική
δραστηριότητα.
Οι διοικήσεις τους
θεωρούν ότι η επόμενη
φάση αύξησης των
δανειακών χαρτοφυλακίων
δεν θα στηριχθεί μόνο
στις επιχειρήσεις, αλλά
και στην ενίσχυση της
λιανικής τραπεζικής.
Προβλέπουν, μάλιστα, ότι
τα επιχειρηματικά δάνεια
μπορούν να συνεχίσουν να
αυξάνονται με διψήφιους
ρυθμούς, ενώ πιο ήπια
αλλά σταθερή αναμένεται
και η άνοδος στο
retail.
Κατά την εκτίμησή τους,
εξακολουθεί να υπάρχει
απόσταση ανάμεσα στις
πραγματικές ανάγκες
χρηματοδότησης
νοικοκυριών και
επιχειρήσεων και στο
ύψος των χορηγήσεων,
απόσταση που σταδιακά
μπορεί να περιοριστεί.
Σημαντική ώθηση
αναμένεται να συνεχίσει
να προσφέρει και το
Ταμείο Ανάκαμψης και
Ανθεκτικότητας. Αν και
το θεσμικό πλαίσιο του
προγράμματος
ολοκληρώνεται φέτος, οι
εκταμιεύσεις των
σχετικών δανείων θα
συνεχιστούν και τα
επόμενα χρόνια,
φτάνοντας έως το 2028.
Αυτό σημαίνει ότι οι
τράπεζες θα
εξακολουθήσουν να έχουν
μπροστά τους έναν
σημαντικό όγκο
χρηματοδοτήσεων που θα
ενισχύσει την πιστωτική
δραστηριότητα και θα
στηρίξει επενδυτικά
σχέδια στην οικονομία.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται
και στη διαχείριση
περιουσίας, έναν τομέα
στον οποίο οι ελληνικές
τράπεζες βλέπουν ισχυρές
αναπτυξιακές
δυνατότητες. Η εγχώρια
αγορά παραμένει πολύ
μικρότερη σε σχέση με
τις ευρωπαϊκές ως προς
τα υπό διαχείριση
κεφάλαια σε αναλογία με
το ΑΕΠ, γεγονός που
αφήνει σημαντικά
περιθώρια σύγκλισης. Με
βάση τα επιχειρησιακά
σχέδια που έχουν
παρουσιαστεί, οι
τράπεζες αναμένουν
σταθερή ετήσια ενίσχυση
του asset
management
τα επόμενα χρόνια, κάτι
που θα μπορούσε να
οδηγήσει σε αισθητή
αύξηση των προμηθειών
και συνολικά των
οργανικών τους εσόδων
μέσα στην επόμενη
πενταετία.
Ανάλογα περιθώρια
βλέπουν και στην
ασφαλιστική αγορά μέσω
του bancassurance.
Η ασφαλιστική διείσδυση
στην Ελλάδα εξακολουθεί
να βρίσκεται σαφώς
χαμηλότερα από τον
ευρωπαϊκό μέσο όρο,
στοιχείο που ενισχύει
την πεποίθηση ότι ο
κλάδος μπορεί να
αναπτυχθεί δυναμικά τα
επόμενα χρόνια. Οι
τράπεζες θεωρούν ότι
αυτή η προοπτική δεν
στηρίζεται μόνο σε
νομοθετικές υποχρεώσεις
ή σε κρατικά κίνητρα,
αλλά και σε μια ευρύτερη
αλλαγή νοοτροπίας, με
περισσότερα νοικοκυριά
και επιχειρήσεις να
αποκτούν σταδιακά
ισχυρότερη ασφαλιστική
συνείδηση.
Σε ορισμένες
περιπτώσεις, οι
προσδοκίες των
διοικήσεων είναι
ιδιαίτερα φιλόδοξες,
καθώς κάνουν λόγο ακόμη
και για πολύ μεγάλη
αύξηση της παραγωγής
ασφαλίστρων μέχρι τις
αρχές της επόμενης
δεκαετίας. Εφόσον αυτά
τα σενάρια
επιβεβαιωθούν, το
μερίδιο των εσόδων που
προέρχονται από τη
διαχείριση κεφαλαίων και
τις ασφαλιστικές
εργασίες αναμένεται να
ενισχυθεί σημαντικά στο
συνολικό οργανικό
εισόδημα των τραπεζών.
Συνολικά, η στρατηγική
των ελληνικών τραπεζών
δείχνει να μετατοπίζεται
από την απλή διαχείριση
της κληρονομιάς της
κρίσης σε μια πιο
επιθετική λογική
ανάπτυξης. Η εγχώρια
αγορά δεν
αντιμετωπίζεται πλέον ως
πεδίο περιορισμών, αλλά
ως βασικός μοχλός
διεύρυνσης εργασιών,
ενίσχυσης των προμηθειών
και παραγωγής
μεγαλύτερης κερδοφορίας
σε ορίζοντα αρκετών
ετών.
|