|
Η πιστωτική επέκταση δεν
τελειώνει μαζί με το
Ταμείο Ανάκαμψης
Οι προοπτικές για την
πιστωτική επέκταση
παραμένουν θετικές, παρά
την ολοκλήρωση του
Ταμείου Ανάκαμψης.
Για το 2026, η καθαρή
πιστωτική επέκταση των
ελληνικών τραπεζών
εκτιμάται περίπου στα
8,8 δισ. ευρώ,
γεγονός που δείχνει ότι
το τραπεζικό σύστημα
έχει πλέον περάσει σε
μια διαφορετική φάση
ανάπτυξης.
Το τέλος του RRF
δεν σημαίνει ότι
σταματούν οι ευρωπαϊκές
χρηματοδοτήσεις.
Αντίθετα, οι
εκταμιεύσεις που έχουν
ήδη δρομολογηθεί θα
συνεχιστούν και τα
επόμενα δύο χρόνια, ενώ
παράλληλα
ενεργοποιούνται νέα
εργαλεία.
Σημαντικό ρόλο
εξακολουθούν να
διαδραματίζουν:
το ΕΣΠΑ,
το InvestEU,
η Ευρωπαϊκή Τράπεζα
Επενδύσεων,
το Ευρωπαϊκό Ταμείο
Επενδύσεων,
τα εθνικά αναπτυξιακά
εργαλεία,
τα νέα ευρωπαϊκά
προγράμματα για την
ενέργεια και την ψηφιακή
μετάβαση,
αλλά και τα
χρηματοδοτικά εργαλεία
για την άμυνα και την
ασφάλεια.
Παράλληλα, τα
ναυτιλιακά δάνεια
συνεχίζουν να
αυξάνονται, καθώς οι
ελληνικές ναυτιλιακές
επιχειρήσεις υλοποιούν
νέα επενδυτικά σχέδια
και ανανεώνουν τον στόλο
τους.
Από το RRF
σε ένα μοντέλο μόχλευσης
Το Ταμείο Ανάκαμψης
αποτέλεσε ένα πρωτοφανές
για τα ελληνικά δεδομένα
χρηματοδοτικό πρόγραμμα,
συνολικού ύψους
35,95 δισ. ευρώ.
Από αυτά, 18,22
δισ. ευρώ
αφορούν επιχορηγήσεις
και 17,73 δισ.
ευρώ δάνεια.
Το σημαντικότερο, όμως,
είναι ότι η εμπειρία του
RRF
άλλαξε τον τρόπο με τον
οποίο οι τράπεζες
συμμετέχουν στη
διοχέτευση ευρωπαϊκών
πόρων στην οικονομία.
Από τα περίπου 17,7 δισ.
ευρώ των δανείων του
Ταμείου Ανάκαμψης,
περίπου 16,7
δισ. ευρώ διοχετεύονται
μέσω του τραπεζικού
συστήματος στην ιδιωτική
οικονομία.
Οι τράπεζες, επομένως,
δεν περιορίστηκαν στον
ρόλο του διαμεσολαβητή.
Αξιολόγησαν επιχειρήσεις
και επενδυτικά σχέδια,
ανέλαβαν μέρος του
πιστωτικού κινδύνου και
συνέδεσαν τους
ευρωπαϊκούς πόρους με
πραγματικές επενδύσεις.
Αυτό το μοντέλο
αναμένεται να αποτελέσει
τη βάση της επόμενης
ημέρας: λιγότερη
εξάρτηση από ένα ενιαίο
ευρωπαϊκό πρόγραμμα και
μεγαλύτερη αξιοποίηση
της μόχλευσης,
ώστε κάθε διαθέσιμο
δημόσιο ή κοινοτικό ευρώ
να κινητοποιεί
πολλαπλάσια ιδιωτικά
κεφάλαια.
ΕΣΠΑ και νέα ευρωπαϊκά
εργαλεία
Στη μετά RRF
εποχή, το χρηματοδοτικό
κενό δεν θα καλυφθεί από
ένα νέο αντίστοιχου
μεγέθους πρόγραμμα.
Το βάρος μεταφέρεται σε
ένα περισσότερο σύνθετο
σύστημα χρηματοδότησης,
στο οποίο το
ΕΣΠΑ 2021-2027
έχει ιδιαίτερη σημασία.
Συνολικά, οι διαθέσιμοι
πόροι για την Ελλάδα
φτάνουν περίπου τα
25,7 δισ. ευρώ,
μαζί με την εθνική
συμμετοχή, με σημαντικό
μέρος να αφορά την
πράσινη και ψηφιακή
μετάβαση, τις υποδομές
και την
επιχειρηματικότητα.
Για τις τράπεζες αυτό
δημιουργεί μια νέα
δεξαμενή δυνητικών
χρηματοδοτήσεων. Το
ζητούμενο είναι να
μετατραπούν οι
διαθέσιμοι κοινοτικοί
πόροι σε δάνεια και
επενδύσεις με τη χρήση
εγγυήσεων και
συγχρηματοδοτήσεων, ώστε
να κινητοποιηθούν πολύ
μεγαλύτερα ποσά στην
οικονομία.
Η άμυνα δημιουργεί νέο
πεδίο χρηματοδότησης
Ένας ακόμη τομέας που
μπορεί να δημιουργήσει
σημαντική ζήτηση για
τραπεζική χρηματοδότηση
είναι η αμυντική
βιομηχανία.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο
δημιουργείται ένα νέο
χρηματοδοτικό
οικοσύστημα γύρω από την
άμυνα και την ασφάλεια,
με το πρόγραμμα
SAFE
των 150 δισ. ευρώ
να αποτελεί βασικό
πυλώνα.
Η Ελλάδα έχει ενταχθεί
με εγκεκριμένο ποσό
περίπου 787,7
εκατ. ευρώ σε αμυντικά
δάνεια.
Παράλληλα, η συμμετοχή
της χώρας στη
Defense,
Security
and
Resilience
Bank
(DSRB)
συνδέεται με την
προσπάθεια δημιουργίας
μιας ισχυρότερης
ευρωπαϊκής
χρηματοδοτικής υποδομής
για τον συγκεκριμένο
κλάδο.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται
στις μικρομεσαίες
επιχειρήσεις της
αμυντικής βιομηχανίας,
οι οποίες συχνά
αντιμετωπίζουν
μεγαλύτερες δυσκολίες
πρόσβασης σε τραπεζικό
δανεισμό και επενδυτικά
κεφάλαια.
Η στόχευση αφορά
χρηματοδότηση για
παραγωγικές
δυνατότητες, τεχνολογία,
καινοτομία και κρίσιμες
υποδομές,
δημιουργώντας ένα νέο
πεδίο δραστηριότητας και
για τις ελληνικές
επιχειρήσεις του κλάδου.
Στο επίκεντρο η Ελληνική
Αναπτυξιακή Τράπεζα
Καθοριστικό ρόλο στη νέα
εποχή αναμένεται να έχει
η Ελληνική
Αναπτυξιακή Τράπεζα (HDB).
Περίπου 2 δισ.
ευρώ από πόρους
του RRF
έχουν κατευθυνθεί στην
HDB
και, μέσω της μόχλευσης,
μπορούν να δημιουργήσουν
συνολική χρηματοδότηση
της τάξης των 8
έως 10 δισ. ευρώ.
Το μεγαλύτερο μέρος
αυτών των κεφαλαίων
αναμένεται να
κατευθυνθεί στις
μικρομεσαίες
επιχειρήσεις, ενώ μέρος
των διαθέσιμων πόρων θα
στηρίξει και τη
στεγαστική πολιτική.
Στο πλαίσιο αυτό
εντάσσονται και
χρηματοδοτικά
προγράμματα όπως το
«Σπίτι μου 3»,
ενώ οι διαθέσιμοι πόροι
θα ενισχυθούν και από
άλλες ευρωπαϊκές και
εθνικές πηγές.
Το μεγάλο πρόβλημα των
μικρομεσαίων: το
κεφάλαιο κίνησης
Για τις μικρομεσαίες
επιχειρήσεις, το κρίσιμο
ζήτημα δεν είναι πάντα η
χρηματοδότηση μιας
μεγάλης επένδυσης.
Σε πολλές περιπτώσεις το
μεγαλύτερο εμπόδιο είναι
η εξασφάλιση
επαρκούς κεφαλαίου
κίνησης, ώστε
μια επιχείρηση να μπορεί
να αυξήσει τον κύκλο
εργασιών της, να
προσλάβει προσωπικό, να
πραγματοποιήσει νέες
παραγγελίες ή να
προχωρήσει στη συνέχεια
σε επενδύσεις.
Ακριβώς σε αυτό το
σημείο μπορεί να
λειτουργήσει η μόχλευση
των αναπτυξιακών
εργαλείων.
Η HDB
έχει διευρύνει σημαντικά
το οπλοστάσιό της, με
στόχο να περιορίσει τον
πιστωτικό κίνδυνο για
τις τράπεζες και να
καταστήσει ευκολότερη
την πρόσβαση των
μικρομεσαίων
επιχειρήσεων σε
δανεισμό.
ΤΕΠΙΧ ΙΙΙ και εγγυήσεις
προς τις τράπεζες
Κεντρικό εργαλείο
αποτελεί το
ΤΕΠΙΧ ΙΙΙ, το
οποίο βασίζεται σε δύο
βασικούς πυλώνες: το
Ταμείο Δανείων
και το Ταμείο
Εγγυοδοσίας.
Μέσω του Ταμείου Δανείων
παρέχεται χρηματοδότηση
τόσο για επενδυτικά
σχέδια όσο και για
ανάγκες κεφαλαίου
κίνησης.
Από την άλλη πλευρά, το
Ταμείο Εγγυοδοσίας
παρέχει εγγυήσεις προς
τις τράπεζες,
περιορίζοντας τον
πιστωτικό κίνδυνο και
διευκολύνοντας έτσι τη
χορήγηση δανείων σε
επιχειρήσεις που υπό
διαφορετικές συνθήκες θα
αντιμετώπιζαν μεγαλύτερα
εμπόδια.
Το πλέγμα συμπληρώνεται
από το Ταμείο
Μικροπιστώσεων,
το Ταμείο
Εγγυοδοσίας Καινοτομίας
και τα χρηματοδοτικά
εργαλεία του
Ταμείου Δίκαιης
Αναπτυξιακής Μετάβασης.
Η επόμενη φάση της
τραπεζικής αγοράς
Η ελληνική τραπεζική
αγορά φαίνεται επομένως
να εισέρχεται σε μια
περίοδο όπου η ανάπτυξη
δεν θα βασίζεται
αποκλειστικά στις
μεγάλες επιχειρήσεις και
στα μεγάλα επενδυτικά
σχέδια.
Η διεύρυνση της
χρηματοδότησης προς τις
μικρομεσαίες
επιχειρήσεις, η
προσέλκυση νέων πελατών,
η αξιοποίηση των
ευρωπαϊκών πόρων και
κυρίως η μόχλευση
δημόσιων και ιδιωτικών
κεφαλαίων αποτελούν τα
βασικά στοιχεία του νέου
μοντέλου.
Το στοίχημα για τις
τράπεζες είναι πλέον
διπλό: να διατηρήσουν
την πιστωτική επέκταση
σε υψηλά και βιώσιμα
επίπεδα και ταυτόχρονα
να δημιουργήσουν
νέες, μακροχρόνιες
σχέσεις με επιχειρήσεις
που σήμερα βρίσκονται
εκτός του βασικού
τραπεζικού πελατολογίου.
Σε αυτή τη διαδικασία,
οι μικρομεσαίες
επιχειρήσεις αναμένεται
να αποτελέσουν έναν από
τους σημαντικότερους
μοχλούς της επόμενης
γενιάς τραπεζικής
ανάπτυξης.
|