|
Από το 2021 και μετά η
εικόνα άλλαξε αισθητά.
Τα υπόλοιπα των δανείων
ακολουθούν πλέον ανοδική
πορεία, έχοντας υπερβεί
τα 180 δισ. ευρώ στο
τέλος του περασμένου
Ιουνίου. Με βάση τους
σημερινούς ρυθμούς
επέκτασης, η επιστροφή
πάνω από το επίπεδο των
200 δισ. ευρώ θεωρείται
εφικτή έως το πρώτο
εξάμηνο του 2028.
Η διεύρυνση των
χαρτοφυλακίων έχει ήδη
αποτυπωθεί και στα
οικονομικά αποτελέσματα
των τραπεζών. Η περίοδος
των υψηλών επιτοκίων,
κυρίως το 2023 και το
2024, έδωσε σημαντική
ώθηση στα καθαρά έσοδα
από τόκους. Στη
συνέχεια, καθώς τα
επιτόκια άρχισαν να
υποχωρούν, η διατήρηση
ενός μεγαλύτερου όγκου
ενήμερων δανείων
συνέβαλε στη συγκράτηση
των σχετικών εσόδων.
Η
νέα σύνθεση των
τραπεζικών χαρτοφυλακίων
Πίσω από τη συνολική
αύξηση των χορηγήσεων,
ωστόσο, συντελείται μια
σημαντική μεταβολή στη
σύνθεση του δανεισμού.
Οι επιχειρηματικές
χρηματοδοτήσεις αποκτούν
ολοένα μεγαλύτερο βάρος,
ενώ η λιανική τραπεζική,
δηλαδή τα στεγαστικά και
καταναλωτικά δάνεια προς
ιδιώτες, εξακολουθεί να
κινείται με πολύ πιο
αργούς ρυθμούς.
Αυτή ακριβώς η
μετατόπιση έχει
προκαλέσει προβληματισμό
σε διεθνείς οργανισμούς
και αναλυτές, καθώς η
μεγαλύτερη εξάρτηση από
έναν σχετικά
περιορισμένο αριθμό
μεγάλων επιχειρηματικών
πελατών ενδέχεται να
αυξάνει τον κίνδυνο
συγκέντρωσης.
Η εικόνα είναι
ενδεικτική. Στα τέλη του
2009, τα επιχειρηματικά
δάνεια αντιστοιχούσαν
περίπου στο 60% του
συνολικού χαρτοφυλακίου,
ενώ το υπόλοιπο 40%
αφορούσε τη λιανική
τραπεζική. Η
συγκεκριμένη αναλογία
παρέμεινε σε γενικές
γραμμές αμετάβλητη έως
το 2020. Από το 2021
άρχισε να μεταβάλλεται
υπέρ των επιχειρήσεων,
με τη συμμετοχή τους να
προσεγγίζει το 70% και
πλέον να βρίσκεται κοντά
στο 80%.
Η μεταβολή αυτή δεν
οφείλεται μόνο στην
αύξηση των
επιχειρηματικών
χρηματοδοτήσεων, αλλά
και στη συνεχιζόμενη
υποχώρηση του υπολοίπου
των δανείων προς τα
νοικοκυριά. Ακόμη και αν
στην κατηγορία της
λιανικής συνυπολογιστούν
οι χορηγήσεις προς
μικρές επιχειρήσεις και
ελεύθερους
επαγγελματίες, η
συνολική εικόνα δεν
διαφοροποιείται
ουσιαστικά.
Τα στοιχεία της Τράπεζας
της Ελλάδος αποτυπώνουν
με σαφήνεια τις
διαφορετικές ταχύτητες
των δύο κατηγοριών. Κατά
την τελευταία πενταετία,
τα υπόλοιπα των
στεγαστικών και
καταναλωτικών δανείων
μειώθηκαν συνολικά κατά
περίπου 6,5 δισ. ευρώ.
Μέχρι και το 2024, οι
αποπληρωμές παλαιότερων
δανείων εξακολουθούσαν
να υπερβαίνουν τις νέες
εκταμιεύσεις.
Αντίθετα, οι
χρηματοδοτήσεις προς τις
επιχειρήσεις αυξήθηκαν
κατά 47,5 δισ. ευρώ στο
ίδιο διάστημα. Η
απόκλιση αυτή εξηγεί
γιατί το επιχειρηματικό
σκέλος έχει πλέον
κυρίαρχη θέση στους
ισολογισμούς των
τραπεζών.
Το ζήτημα της
συγκέντρωσης και οι
επισημάνσεις του ΔΝΤ
Η αυξημένη συμμετοχή των
μεγάλων επιχειρήσεων
δημιουργεί ένα
διαφορετικό προφίλ
κινδύνου για το
τραπεζικό σύστημα. Όταν
μεγαλύτερο μέρος των
κεφαλαίων κατευθύνεται
σε λιγότερους και
μεγαλύτερους
δανειολήπτες, η εμφάνιση
σοβαρών προβλημάτων σε
ορισμένους από αυτούς
μπορεί να έχει
μεγαλύτερη επίδραση στα
συνολικά μεγέθη των
τραπεζών.
Το συγκεκριμένο ζήτημα
ανέδειξε και το Διεθνές
Νομισματικό Ταμείο σε
έκθεσή του τον περασμένο
Μάιο. Σύμφωνα με τα
στοιχεία που παρουσίασε,
τον Ιούνιο του 2025 οι
δέκα μεγαλύτερες
επιχειρηματικές
πιστοδοτήσεις
αντιστοιχούσαν στο 122%
των κεφαλαίων
Tier
1 των τραπεζών, ενώ
αντιπροσώπευαν περίπου
το 10% του συνολικού
ενεργητικού τους.
Το Ταμείο επισήμανε ότι
η ταυτόχρονη επιδείνωση
της οικονομικής
κατάστασης ενός αριθμού
μεγάλων δανειοληπτών θα
μπορούσε να δημιουργήσει
σημαντικές πιέσεις στους
τραπεζικούς
ισολογισμούς. Με άλλα
λόγια, η συγκέντρωση των
χρηματοδοτήσεων καθιστά
σημαντικότερη την
παρακολούθηση της
οικονομικής αντοχής των
μεγαλύτερων
επιχειρηματικών ομίλων.
Από την πλευρά των
τραπεζών, πάντως, η
συγκεκριμένη εξέλιξη
αντιμετωπίζεται ως ένα
διαρθρωτικό
χαρακτηριστικό της
ελληνικής οικονομίας και
όχι ως ένδειξη χαλάρωσης
των πιστοδοτικών
κριτηρίων. Τραπεζικά
στελέχη αναγνωρίζουν ότι
θα ήταν προτιμότερη μια
ευρύτερη διασπορά των
χρηματοδοτήσεων, με
περισσότερους μεγάλους
πελάτες και μικρότερη
αναλογία επιχειρηματικών
δανείων στο συνολικό
χαρτοφυλάκιο.
Επισημαίνουν, ωστόσο,
ότι η ελληνική αγορά δεν
διαθέτει απεριόριστο
αριθμό επιχειρήσεων με
το μέγεθος, την
πιστοληπτική αξιολόγηση
και τις χρηματοδοτικές
ανάγκες που απαιτούνται
για την ανάληψη μεγάλων
δανείων. Η συγκέντρωση,
επομένως, δεν μπορεί να
εξεταστεί ανεξάρτητα από
τη διάρθρωση της
εγχώριας επιχειρηματικής
δραστηριότητας.
Παράλληλα, υποστηρίζουν
ότι η αξιολόγηση του
κινδύνου δεν πρέπει να
περιορίζεται στο ύψος
των χρηματοδοτήσεων ή
στον αριθμό των
δανειοληπτών.
Καθοριστικό ρόλο παίζουν
και τα χαρακτηριστικά
κάθε δανείου, η
οικονομική θέση του
ομίλου που το λαμβάνει,
η παραγωγική χρήση των
κεφαλαίων και κυρίως οι
εξασφαλίσεις που
συνοδεύουν τη
χρηματοδότηση.
Σύμφωνα με τραπεζικές
πηγές, σημαντικό μέρος
των νέων χορηγήσεων
κατευθύνεται σε υποδομές
και παραγωγικές
επενδύσεις, καθώς και σε
δραστηριότητες κλάδων με
αναπτυξιακή προοπτική.
Επιπλέον, αρκετές από
τις μεγάλες
χρηματοδοτήσεις
συνοδεύονται από
περιουσιακά στοιχεία
υψηλής αξίας, τα οποία
μπορούν να λειτουργήσουν
ως ουσιαστικό δίχτυ
προστασίας σε περίπτωση
αθέτησης των υποχρεώσεων
του δανειολήπτη.
Το επιχείρημα των
τραπεζών είναι ότι η
ύπαρξη ισχυρών
εξασφαλίσεων περιορίζει
την ενδεχόμενη ζημία σε
περίπτωση προβλημάτων,
ενώ σε ορισμένες
περιπτώσεις επιτρέπει
και την ταχύτερη
ρευστοποίηση
περιουσιακών στοιχείων.
Έτσι, ακόμη και αν ένας
μεγάλος επιχειρηματικός
όμιλος βρεθεί
αντιμέτωπος με σοβαρές
δυσκολίες, η τελική
έκθεση της τράπεζας δεν
ταυτίζεται απαραίτητα με
το συνολικό ύψος του
δανείου.
Γιατί η σημερινή
κατάσταση διαφέρει από
την περίοδο πριν από την
κρίση
Ένα από τα βασικά σημεία
που προβάλλουν οι
τραπεζικές διοικήσεις
είναι ότι η σημερινή
πιστωτική επέκταση
πραγματοποιείται υπό
εντελώς διαφορετικές
συνθήκες από εκείνες της
δεκαετίας του 2000.
Η περίοδος πριν από την
κρίση χαρακτηριζόταν από
ταχεία πιστωτική
ανάπτυξη, με σημαντική
αύξηση των δανείων προς
νοικοκυριά και
επιχειρήσεις. Σήμερα,
αντίθετα, οι τράπεζες
λειτουργούν με
αυστηρότερο εποπτικό
πλαίσιο, εφαρμόζουν πιο
απαιτητικές διαδικασίες
αξιολόγησης και ελέγχουν
αναλυτικά τη δυνατότητα
κάθε δανειολήπτη να
εξυπηρετήσει τις
υποχρεώσεις του.
Η εξέταση μιας νέας
χρηματοδότησης δεν
περιορίζεται πλέον στις
προβλέψεις για την
ανάπτυξη των πωλήσεων ή
στην αξία των
περιουσιακών στοιχείων.
Ιδιαίτερη βαρύτητα
δίνεται στις πραγματικές
ταμειακές ροές, στη
βιωσιμότητα των
επιχειρηματικών σχεδίων
και στην αντοχή των
εταιρειών σε ένα
περιβάλλον υψηλότερου
κόστους, χαμηλότερης
ζήτησης ή άλλων δυσμενών
εξελίξεων.
Επιπλέον, οι τράπεζες
έχουν ήδη απαλλαγεί από
μεγάλο μέρος των
προβληματικών δανείων
της προηγούμενης κρίσης,
μέσω πωλήσεων και
τιτλοποιήσεων. Επομένως,
η σημερινή αύξηση των
υπολοίπων αφορά σε
μεγάλο βαθμό νέες
χρηματοδοτήσεις, οι
οποίες έχουν αξιολογηθεί
με βάση τα σημερινά
πιστοδοτικά και εποπτικά
δεδομένα.
Από την οπτική των
τραπεζών, το ερώτημα
είναι εάν θα είχε νόημα
να επιδιωχθεί τεχνητά
μεγαλύτερη διασπορά, με
τη χορήγηση περισσότερων
δανείων σε μικρότερες
επιχειρήσεις που
ενδεχομένως δεν
διαθέτουν επαρκή
πιστοληπτική ικανότητα ή
διαφανή οικονομικά
στοιχεία. Επιπλέον, η
ζήτηση για τέτοιου
είδους χρηματοδοτήσεις
δεν είναι πάντοτε αρκετή
ώστε να επιτρέψει μια
ουσιαστική αλλαγή στη
σύνθεση των
χαρτοφυλακίων.
Οι δείκτες καθυστερήσεων
που καταγράφει η Τράπεζα
της Ελλάδος αποτελούν
ένα από τα στοιχεία που
χρησιμοποιούνται για να
υποστηριχθεί αυτή η
θέση. Στο τέλος του
πρώτου εξαμήνου, το
ποσοστό των
καθυστερούμενων δανείων
στις μεγάλες
επιχειρήσεις
διαμορφωνόταν μόλις στο
0,9%, έναντι 2,2% στο
σύνολο των
επιχειρηματικών
χορηγήσεων. Στις
μικρομεσαίες
επιχειρήσεις ανερχόταν
στο 4,6%, ενώ στα πολύ
μικρά επιχειρηματικά
σχήματα έφτανε το 11,2%.
Η σημαντική απόκλιση
μεταξύ των επιμέρους
κατηγοριών δείχνει ότι
οι μεγαλύτερες
επιχειρήσεις εμφανίζουν,
τουλάχιστον με βάση τα
συγκεκριμένα στοιχεία,
καλύτερη εικόνα στην
εξυπηρέτηση των
δανειακών τους
υποχρεώσεων. Αυτό δεν
εξαλείφει τον κίνδυνο
συγκέντρωσης, αποτελεί
όμως μια παράμετρο που
πρέπει να λαμβάνεται
υπόψη στην αξιολόγησή
του.
Σε κάθε περίπτωση, για
να μετατραπεί η αυξημένη
έκθεση στις μεγάλες
επιχειρήσεις σε
συστημικό πρόβλημα, θα
απαιτούνταν μια
εκτεταμένη και
γενικευμένη επιδείνωση
της οικονομικής
δραστηριότητας, η οποία
θα επηρέαζε ταυτόχρονα
σημαντικό αριθμό
δανειοληπτών. Οι
τραπεζικές πηγές θεωρούν
ότι ακόμη και σε ένα
τέτοιο δυσμενές
περιβάλλον, η ύπαρξη
ποιοτικών εξασφαλίσεων
αποτελεί σημαντικό
παράγοντα περιορισμού
των απωλειών.
Η λιανική τραπεζική
παραμένει ο αδύναμος
κρίκος
Η ενίσχυση της λιανικής
τραπεζικής θα μπορούσε
να συμβάλει ουσιαστικά
στην καλύτερη κατανομή
των δανειακών
ανοιγμάτων. Η επιστροφή,
όμως, των νοικοκυριών σε
μια ισχυρότερη πιστωτική
δραστηριότητα
αποδεικνύεται πολύ πιο
δύσκολη από την ανάκαμψη
των επιχειρηματικών
χρηματοδοτήσεων.
Παρά τη σταδιακή
βελτίωση των νέων
εκταμιεύσεων, η αγορά
των στεγαστικών και
καταναλωτικών δανείων
απέχει σημαντικά από τα
επίπεδα δραστηριότητας
που είχε γνωρίσει κατά
την πρώτη περίοδο μετά
την ένταξη της Ελλάδας
στο ευρώ.
Ενδεικτικό της μακράς
διάρκειας της πιστωτικής
συρρίκνωσης είναι ότι ο
ετήσιος ρυθμός μεταβολής
των δανείων προς τα
νοικοκυριά επέστρεψε σε
θετικό έδαφος μόλις τον
Μάιο του 2025, για πρώτη
φορά έπειτα από 16
χρόνια.
Για μεγάλο χρονικό
διάστημα, ακόμη και όταν
οι νέες χορηγήσεις
άρχισαν να αυξάνονται,
δεν επαρκούσαν για να
αντισταθμίσουν τις
αποπληρωμές των
παλαιότερων δανείων που
είχαν χορηγηθεί πριν από
το 2010. Το αποτέλεσμα
ήταν η συνέχιση της
συρρίκνωσης του
συνολικού χαρτοφυλακίου,
παρά τη σταδιακή
βελτίωση της νέας
παραγωγής.
Η εικόνα παραμένει
συγκρατημένη και στα πιο
πρόσφατα στοιχεία. Τον
Σεπτέμβριο, τα δάνεια
προς ιδιώτες εμφάνιζαν
ετήσιο ρυθμό αύξησης
μόλις 2,4%. Η καθαρή
μεταβολή των υπολοίπων
ήταν σαφώς μεγαλύτερη
στην καταναλωτική πίστη,
όπου έφτανε το 6,5%, ενώ
στη στεγαστική
περιοριζόταν στο 1%.
Αυτό συμβαίνει παρά το
γεγονός ότι οι νέες
στεγαστικές και
καταναλωτικές
χρηματοδοτήσεις
αναμένεται να
καταγράψουν φέτος την
καλύτερη επίδοση των
τελευταίων 13 ετών. Η
βελτίωση της νέας
παραγωγής είναι σαφής,
αλλά δεν έχει ακόμη
αποκτήσει την ένταση που
θα απαιτούνταν για να
αλλάξει ουσιαστικά η
συνολική εικόνα της
λιανικής τραπεζικής.
Το ζητούμενο για τα
επόμενα χρόνια είναι,
επομένως, διπλό: από τη
μία πλευρά, να
συνεχιστεί η
χρηματοδότηση των
επενδύσεων και της
επιχειρηματικής
δραστηριότητας, χωρίς να
δημιουργούνται
υπερβολικές εξαρτήσεις
από περιορισμένο αριθμό
μεγάλων δανειοληπτών.
Από την άλλη, να
ανακάμψει σταδιακά η
ζήτηση για στεγαστικά
και καταναλωτικά δάνεια,
ώστε η πιστωτική
επέκταση να αποκτήσει
ευρύτερη βάση και τα
τραπεζικά χαρτοφυλάκια
να εμφανίζουν μεγαλύτερη
διασπορά.
Η επιστροφή των
ελληνικών τραπεζών σε
αναπτυξιακή τροχιά είναι
πλέον εμφανής. Η επόμενη
πρόκληση δεν αφορά μόνο
το πόσο γρήγορα θα
αυξάνονται οι
χορηγήσεις, αλλά και το
πώς θα κατανέμεται αυτή
η ανάπτυξη μεταξύ
επιχειρήσεων και
νοικοκυριών, με τρόπο
που να συνδυάζει την
πιστωτική επέκταση με τη
διατήρηση υψηλής
ποιότητας ενεργητικού.
|