|
Η σημασία αυτής της
επίδοσης, όπως εξήγησε,
δεν περιορίζεται μόνο
στους απόλυτους αριθμούς
αλλά επεκτείνεται και
στη βελτίωση της
ποιότητας των κερδών. Τα
έσοδα από προμήθειες και
αμοιβές αποκτούν
μεγαλύτερη βαρύτητα,
λειτουργώντας ως
σταθεροποιητικός
παράγοντας απέναντι στις
διακυμάνσεις των καθαρών
εσόδων από τόκους, ενώ η
συγκράτηση του
λειτουργικού κόστους
συνεχίζει να στηρίζει
την κερδοφορία.
Παράλληλα, υπογράμμισε
ότι η πιστωτική επέκταση
συνδέεται ολοένα
περισσότερο με
παραγωγικές επενδύσεις
και έργα που
χρηματοδοτούνται μέσω
του Μηχανισμού Ανάκαμψης
και Ανθεκτικότητας. Η
εξέλιξη αυτή επιτρέπει,
όπως είπε, την αύξηση
των χορηγήσεων χωρίς
αντίστοιχη ενίσχυση του
επενδυτικού κινδύνου.
Την ίδια στιγμή, οι
δείκτες ποιότητας
ενεργητικού παρουσιάζουν
σημαντική βελτίωση, με
τα μη εξυπηρετούμενα
ανοίγματα να κινούνται
πλέον σε χαμηλό
μονοψήφιο επίπεδο,
γεγονός που ενισχύει την
προβλεψιμότητα των
αποτελεσμάτων και
περιορίζει τις πιέσεις
στα κεφάλαια των
τραπεζών.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε
και στην κεφαλαιακή
επάρκεια. Σύμφωνα με τα
στοιχεία που παρουσίασε,
οι ελληνικές τράπεζες
διαθέτουν πλέον
κεφαλαιακά αποθέματα
υψηλότερα από τις
κανονιστικές απαιτήσεις,
ενώ η οργανική
δημιουργία κεφαλαίου
συνεχίζει να βελτιώνει
τη συνολική εικόνα των
ισολογισμών.
Στο τέλος του 2025, ο
δείκτης CET1
διαμορφώθηκε στο 15,3%,
ενώ ο συνολικός δείκτης
κεφαλαίου έφτασε στο
19,7%. Παράλληλα, η
ρευστότητα παραμένει
βασικό πλεονέκτημα, με
τον μέσο δείκτη κάλυψης
ρευστότητας να κινείται
κοντά στο 200% και τον
δείκτη καθαρής σταθερής
χρηματοδότησης στο 136%.
Κατά την παρέμβασή του
στο Wood’s
Greek
Retreat
2026, ο Αναπληρωτής
Διευθύνων Σύμβουλος του
Υπερταμείου σημείωσε
επίσης ότι η βελτιωμένη
εικόνα του τραπεζικού
συστήματος αρχίζει να
αποτυπώνεται και στις
αποδόσεις προς τους
μετόχους. Οι διανομές
μερισμάτων αυξήθηκαν
περαιτέρω το 2025,
φθάνοντας περίπου στο
60% για την Εθνική
Τράπεζα και στο 55% για
τις Alpha
Bank,
Eurobank
και Πειραιώς,
συνυπολογίζοντας τόσο τα
μερίσματα όσο και τις
επαναγορές μετοχών.
Όπως ανέφερε, τα επίπεδα
αυτά προσεγγίζουν πλέον
τα ευρωπαϊκά δεδομένα
και ενισχύουν την
ελκυστικότητα του
ελληνικού τραπεζικού
κλάδου για τους διεθνείς
επενδυτές.
Αναφερόμενος στις
προοπτικές του τομέα,
υποστήριξε ότι η
πανευρωπαϊκή άσκηση
προσομοίωσης ακραίων
καταστάσεων του 2025
επιβεβαίωσε την
ανθεκτικότητα των
ελληνικών τραπεζών ακόμη
και υπό δυσμενή σενάρια.
Παράλληλα, οι συνεχείς
αναβαθμίσεις αξιολόγησης
οδήγησαν και τις
τέσσερις συστημικές
τράπεζες σε επενδυτική
βαθμίδα, εξέλιξη που
διευρύνει τη δυνητική
επενδυτική βάση και
μειώνει το κόστος
χρηματοδότησης.
Για το 2026, η
καθοδήγηση των
διοικήσεων δείχνει
σταθεροποίηση των
καθαρών εσόδων από
τόκους, ενίσχυση των
προμηθειών και
συγκρατημένη αύξηση του
κόστους. Παρότι οι
αποδόσεις ενδέχεται να
κινηθούν χαμηλότερα από
τα πρόσφατα υψηλά
επίπεδα, η συνολική
εικόνα παραμένει σαφώς
ισχυρότερη σε σχέση με
προηγούμενες περιόδους.
Ωστόσο, ο Κωνσταντίνος
Αγγελόπουλος επισήμανε
ότι εξακολουθούν να
υπάρχουν παράγοντες που
απαιτούν προσοχή. Οι
γεωπολιτικές εξελίξεις,
ιδίως στη Μέση Ανατολή,
ενδέχεται να επηρεάσουν
τις αγορές και την
οικονομική
δραστηριότητα, ενώ μετά
την περίοδο 2026–2027 η
σταδιακή αποκλιμάκωση
της χρηματοδότησης από
το Ταμείο Ανάκαμψης
αυξάνει τη σημασία της
ιδιωτικής επενδυτικής
ζήτησης.
Πέρα από τις τράπεζες,
παρουσίασε και τον
ευρύτερο ρόλο του
Υπερταμείου ως
στρατηγικής επενδυτικής
πλατφόρμας για την
ελληνική οικονομία. Το
χαρτοφυλάκιό του
υπερβαίνει τα 12 δισ.
ευρώ και εκτείνεται σε
έντεκα κρίσιμους
κλάδους.
Μέσω της στρατηγικής
«3+1», που περιλαμβάνει
τον μετασχηματισμό
κρατικών επιχειρήσεων,
την ανάπτυξη κρίσιμων
υποδομών, τις επενδύσεις
στη νέα οικονομία και
την επιτάχυνση της
αριστείας στην εκτέλεση
έργων, επιδιώκεται η
ενίσχυση της
ανταγωνιστικότητας της
χώρας και η προσέλκυση
νέων επενδύσεων.
Σήμερα, το Υπερταμείο
λειτουργεί ως σταθερός
θεσμικός επενδυτής με
μακροπρόθεσμο ορίζοντα,
διατηρώντας συμμετοχή
8,39% στην Εθνική
Τράπεζα και 29,36% στην
CrediaBank.
Όπως τόνισε ο
Κωνσταντίνος
Αγγελόπουλος, βασικός
στόχος παραμένει η
ενίσχυση της
διακυβέρνησης, της
αξιοπιστίας και της
μακροπρόθεσμης
δημιουργίας αξίας.
Το βασικό μήνυμα της
παρέμβασής του ήταν ότι
το ελληνικό τραπεζικό
σύστημα δεν αποτελεί
πλέον μια αγορά
διαχείρισης κρίσεων,
αλλά μια αγορά που
διεκδικεί θέση σε ένα
νέο επενδυτικό
περιβάλλον, με πιο
σταθερά θεμέλια και
μεγαλύτερες προοπτικές.
|