|
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή
την εξέλιξη
διαδραματίζει η άνοδος
των τιμών, κυρίως στα
καύσιμα, η οποία
αναμένεται να περάσει
σταδιακά και σε άλλα
αγαθά και υπηρεσίες. Σε
αντίθεση με το 2022, τα
περιθώρια αντοχής των
νοικοκυριών εμφανίζονται
πλέον περιορισμένα,
γεγονός που ενισχύει τον
κίνδυνο κάμψης της
κατανάλωσης – βασικού
πυλώνα του ελληνικού
ΑΕΠ.
Η επιδείνωση αυτή έχει
ήδη οδηγήσει σε
αναθεώρηση των
προβλέψεων για την
ανάπτυξη. Η Τράπεζα της
Ελλάδος εκτιμά πλέον
αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,9%
για το 2026, από 2,1%
προηγουμένως, ενώ το
Διεθνές Νομισματικό
Ταμείο μείωσε την
πρόβλεψή του στο 1,8%.
Αντίστοιχα, το Γραφείο
Προϋπολογισμού της
Βουλής «βλέπει» ανάπτυξη
2%.
Στο επίπεδο των
επιμέρους κλάδων, το
λιανεμπόριο εμφανίζει
σημαντική επιδείνωση, με
τον σχετικό δείκτη να
υποχωρεί στις 104,9
μονάδες από 110,7,
κυρίως λόγω της πτώσης
στον υποκλάδο τροφίμων
και ποτών. Ενδεικτικό
της πίεσης είναι ότι
πλέον ένα σημαντικό
ποσοστό καταναλωτών
περιορίζει ακόμη και
βασικές αγορές, όπως
αυτές των σούπερ μάρκετ.
Η μεγαλύτερη επιδείνωση
καταγράφεται στον τομέα
των υπηρεσιών, όπου ο
δείκτης κατέρρευσε στις
103,6 μονάδες από 122,4,
με ιδιαίτερα αρνητικές
εξελίξεις στον τουρισμό
και τις χερσαίες
μεταφορές. Η εξέλιξη
αυτή είναι κρίσιμη,
δεδομένου του βάρους των
υπηρεσιών στην ελληνική
οικονομία.
Στη βιομηχανία, η
υποχώρηση ήταν οριακή,
ωστόσο οι επιχειρήσεις
εκφράζουν έντονη
ανησυχία για την άνοδο
του κόστους παραγωγής.
Αντίστοιχα, στις
κατασκευές, ο δείκτης
επιχειρηματικών
προσδοκιών μειώθηκε
αισθητά, κυρίως λόγω
εξασθένησης της
δυναμικής στα ιδιωτικά
έργα.
Συνολικά, η διάρκεια και
η ένταση της
γεωπολιτικής κρίσης
αναδεικνύονται στον
βασικό παράγοντα που θα
καθορίσει την πορεία της
οικονομίας τους
επόμενους μήνες, με την
αβεβαιότητα να παραμένει
αυξημένη και τις πιέσεις
να διαχέονται σε όλο το
φάσμα της οικονομικής
δραστηριότητας.
|