|
Το κόστος των
φοροαπαλλαγών έχει
αυξηθεί εντυπωσιακά την
τελευταία δεκαετία: από
περίπου 3 δισ. ευρώ το
2014 σε 7,7 δισ. ευρώ το
2017 και πλέον σε 22,9
δισ. ευρώ σήμερα.
Παρά τη σημαντική
βελτίωση των δημόσιων
οικονομικών, την
επίτευξη υψηλών
πρωτογενών πλεονασμάτων
και την έξοδο από το
καθεστώς
μακροοικονομικών
ανισορροπιών, η Ελλάδα
εξακολουθεί να διατηρεί
ένα ιδιαίτερα πολύπλοκο
και εκτεταμένο σύστημα
φορολογικών εξαιρέσεων.
Η επισήμανση αυτή
επαναλαμβάνεται σταθερά
στις τελευταίες
ευρωπαϊκές και διεθνείς
εκθέσεις και έχει ήδη
απασχολήσει το
οικονομικό επιτελείο.
Το βασικό μήνυμα που
προκύπτει από τις
Βρυξέλλες είναι σαφές:
εφόσον η χώρα επιδιώκει
μεγαλύτερο δημοσιονομικό
χώρο χωρίς να
διακινδυνεύσει τη
βελτιωμένη εικόνα
αξιοπιστίας της, θα
πρέπει να εξετάσει πιο
αυστηρά το πραγματικό
κόστος και την
αποτελεσματικότητα των
φοροαπαλλαγών.
Ένα σύστημα με 1.236
εξαιρέσεις και κόστος
22,9 δισ. ευρώ
Τα διαθέσιμα στοιχεία
δείχνουν ότι σήμερα
εφαρμόζονται 1.236
διαφορετικές φορολογικές
απαλλαγές, εκπτώσεις και
ειδικά καθεστώτα, με το
συνολικό τους
δημοσιονομικό βάρος να
ανέρχεται στα 22,9 δισ.
ευρώ. Το ποσό αυτό
αντιστοιχεί περίπου στο
ένα τρίτο των συνολικών
φορολογικών εσόδων του
κράτους.
Για τους ευρωπαϊκούς
θεσμούς και τους
τεχνοκράτες, το μέγεθος
αυτό υποδηλώνει ένα
σύστημα που έχει
διαμορφωθεί σταδιακά
μέσα από διαδοχικές
προσθήκες, χωρίς ενιαίο
μηχανισμό αξιολόγησης
της αποδοτικότητάς του.
Η δύσκολη άσκηση της
αναθεώρησης
Στο υπουργείο Εθνικής
Οικονομίας αναγνωρίζεται
ότι πρόκειται για ένα
ιδιαίτερα ευαίσθητο
πεδίο, καθώς κάθε
φοροαπαλλαγή συνδέεται
με συγκεκριμένες
κοινωνικές ομάδες ή
οικονομικές
δραστηριότητες. Άλλες
αφορούν επιχειρήσεις,
άλλες την ακίνητη
περιουσία, άλλες
επενδυτικά κίνητρα,
αγρότες, οικογένειες ή
περιοχές με ειδικά
χαρακτηριστικά.
Για χρόνια, η τάση ήταν
η προσθήκη νέων ευνοϊκών
ρυθμίσεων αντί της
κατάργησης παλαιότερων.
Το αποτέλεσμα είναι ένα
σύνθετο και πολυεπίπεδο
σύστημα, το οποίο έχει
αυξήσει σημαντικά το
δημοσιονομικό κόστος
του.
Ενδεικτικά, η συνολική
δαπάνη των φοροαπαλλαγών
έχει εξελιχθεί από 3
δισ. ευρώ το 2014 σε 7,7
δισ. ευρώ το 2017 και
πλέον σε 22,9 δισ. ευρώ.
Πίεση από ΟΟΣΑ, ΔΝΤ και
Κομισιόν
Το οικονομικό επιτελείο
έχει ήδη ξεκινήσει την
καταγραφή των
μεγαλύτερων φορολογικών
δαπανών, με έμφαση όχι
στην άμεση κατάργηση
μέτρων, αλλά στην
αξιολόγηση της
αποτελεσματικότητάς
τους.
Ο ΟΟΣΑ προτείνει την
εξοικονόμηση
δημοσιονομικού χώρου
μέσω του περιορισμού μη
αποδοτικών φορολογικών
δαπανών, το ΔΝΤ θέτει
ζήτημα αμφισβητούμενης
κοινωνικής
αποτελεσματικότητας σε
συγκεκριμένες απαλλαγές,
ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή
ζητά συστηματικό έλεγχο
κόστους και απόδοσης.
Η κατεύθυνση αυτή
εντάσσεται στη νέα
ευρωπαϊκή δημοσιονομική
φιλοσοφία, όπου οι χώρες
καλούνται να
χρηματοδοτήσουν άμυνα,
πράσινη μετάβαση,
υποδομές και κοινωνικές
πολιτικές με
περιορισμένα περιθώρια
δαπανών.
Ποιες κατηγορίες
μπαίνουν στο μικροσκόπιο
Στο επίκεντρο της πρώτης
φάσης αξιολόγησης
βρίσκονται φοροαπαλλαγές
στη φορολογία
εισοδήματος
επιχειρήσεων, ειδικά
καθεστώτα που
θεσπίστηκαν σε περιόδους
κρίσεων, καθώς και
παλαιότερα επενδυτικά
κίνητρα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει
και η φορολογία
ακινήτων, όπου οι
απαλλαγές κεφαλαίου
εκτιμώνται σε πάνω από 9
δισ. ευρώ.
Περιλαμβάνονται
ρυθμίσεις για πρώτη
κατοικία, μεταβιβάσεις,
κληρονομιές και δωρεές,
που έχουν διαμορφωθεί
διαχρονικά.
Αντίστοιχα, στον ΦΠΑ
καταγράφονται περίπου 75
διαφορετικές απαλλαγές
και ειδικές ρυθμίσεις,
με κόστος που
προσεγγίζει το 1 δισ.
ευρώ ετησίως. Σε αρκετές
περιπτώσεις τίθεται
ζήτημα για το κατά πόσο
το όφελος φτάνει τελικά
στον τελικό καταναλωτή.
Το ζήτημα των καυσίμων
και οι ευρωπαϊκές
πιέσεις
Σημαντική συζήτηση έχει
προκαλέσει και η αναφορά
της Κομισιόν στον Ειδικό
Φόρο Κατανάλωσης στο
πετρέλαιο κίνησης, ο
οποίος παραμένει
χαμηλότερος σε σχέση με
τη βενζίνη. Το θέμα
επανέρχεται στο πλαίσιο
της ευρωπαϊκής πολιτικής
για την πράσινη
μετάβαση.
Η κυβέρνηση, πάντως, δεν
εξετάζει αλλαγές στην
παρούσα συγκυρία, καθώς
οι πληθωριστικές πιέσεις
και το ενεργειακό
περιβάλλον δεν
επιτρέπουν πρόσθετες
επιβαρύνσεις στο κόστος
μεταφορών και καυσίμων.
Παρ’ όλα αυτά, το ζήτημα
παραμένει ανοιχτό στις
συζητήσεις με τις
Βρυξέλλες.
Σύνδεση με τη ΔΕΘ και
τον δημοσιονομικό
σχεδιασμό
Παράλληλα, στο
οικονομικό επιτελείο
αναζητείται τρόπος να
συνδυαστούν οι
ευρωπαϊκές συστάσεις με
το πακέτο παρεμβάσεων
που σχεδιάζεται για τη
ΔΕΘ. Η κυβέρνηση δεν
επιθυμεί να εμφανιστεί
ότι περιορίζει
φορολογικές ελαφρύνσεις
τη στιγμή που σχεδιάζει
νέες παροχές προς τα
νοικοκυριά.
Για τον λόγο αυτό
προωθείται ένα μοντέλο
σταδιακής αξιολόγησης,
όπου κάθε φορολογική
δαπάνη θα εξετάζεται
ξεχωριστά με βάση την
αποτελεσματικότητά της.
Οι πόροι που ενδεχομένως
θα εξοικονομούνται θα
μπορούν να κατευθύνονται
σε νέες, πιο στοχευμένες
παρεμβάσεις.
Δημοσιονομικός χώρος και
επόμενη μέρα
Η συζήτηση για τις
φοροαπαλλαγές αναμένεται
να αποτελεί πλέον μόνιμο
στοιχείο των
διαπραγματεύσεων με τους
ευρωπαϊκούς θεσμούς. Σε
ένα περιβάλλον αυξημένων
αναγκών και
περιορισμένων πόρων, η
αναζήτηση δημοσιονομικού
χώρου καθιστά τις
φορολογικές δαπάνες
βασικό πεδίο παρέμβασης.
Για την Ελλάδα, το
ζήτημα αποκτά ακόμη
μεγαλύτερη βαρύτητα,
καθώς συνδέεται άμεσα με
το περιθώριο άσκησης
μελλοντικής φορολογικής
πολιτικής και νέων
ελαφρύνσεων.
|