|
Σημαντική ώθηση έδωσαν
και οι πρόσφατες
εταιρικές κινήσεις, όπως
οι αυξήσεις μετοχικού
κεφαλαίου μεγάλων
εισηγμένων, οι ιδιωτικές
τοποθετήσεις και οι
δημόσιες εγγραφές, οι
οποίες διεύρυναν το
επενδυτικό βάθος της
αγοράς και προσέλκυσαν
νέα διεθνή κεφάλαια.
Στην αγορά επικρατεί η
εκτίμηση ότι η
διαδικασία αυτή δεν έχει
ολοκληρωθεί, καθώς
αρκετές ακόμη
επιχειρήσεις εξετάζουν
την είσοδό τους στο
χρηματιστήριο ή νέες
κινήσεις άντλησης
κεφαλαίων για τη
χρηματοδότηση των
επενδυτικών τους
σχεδίων.
Οι ξένοι επενδυτές
εμφανίζονται πλέον
περισσότερο επιλεκτικοί,
αναζητώντας εταιρείες με
ισχυρό αναπτυξιακό
σχέδιο και δυνατότητα
σημαντικής αύξησης της
κερδοφορίας τα επόμενα
χρόνια. Η επενδυτική
προσέγγιση δεν
περιορίζεται πλέον στις
παραδοσιακές επιλογές
του ελληνικού
χρηματιστηρίου, αλλά
επεκτείνεται και σε νέες
εταιρικές ιστορίες
ανάπτυξης που μέχρι
πρόσφατα βρίσκονταν
εκτός του ενδιαφέροντός
τους.
Σύμφωνα με
χρηματιστηριακές πηγές,
η επενδυτική λογική των
μεγάλων χαρτοφυλακίων
βασίζεται περισσότερο
στις μελλοντικές
προοπτικές παρά στις
σημερινές αποτιμήσεις.
Έτσι, ακόμη και
εταιρείες που
εμφανίζονται σήμερα με
σχετικά υψηλούς δείκτες
αποτίμησης προσελκύουν
το ενδιαφέρον, εφόσον
διαθέτουν ισχυρό
επενδυτικό πρόγραμμα και
προοπτικές αύξησης των
κερδών, κάτι που
αναμένεται να οδηγήσει
σε χαμηλότερους δείκτες
P/E
τα επόμενα χρόνια.
Σε αυτό το πλαίσιο, το
ενδιαφέρον
συγκεντρώνεται κυρίως σε
μετοχές όπως οι ΓΕΚ
ΤΕΡΝΑ, Motor
Oil,
Aktor,
ΔΕΗ και HelleniQ
Energy,
οι οποίες διαθέτουν
σημαντικά επενδυτικά
σχέδια και προοπτικές
περαιτέρω ανάπτυξης.
Αντίθετα, εταιρείες με
πιο ώριμο επιχειρηματικό
μοντέλο, όπως οι
Jumbo,
Allwyn,
Aegean
Airlines
και ΟΤΕ, προσελκύουν
συγκριτικά μικρότερο
ενδιαφέρον, παρά τη
σταθερή κερδοφορία τους.
Παράλληλα, οι ξένοι
επενδυτές ενισχύουν
συνεχώς τη θέση τους
στην ελληνική αγορά,
ελέγχοντας πλέον περίπου
το 68,6% της συνολικής
χρηματιστηριακής
κεφαλαιοποίησης. Ωστόσο,
η συμμετοχή των ενεργών
επενδυτών παραμένει
περιορισμένη, καθώς
περίπου 32.000
επενδυτικές μερίδες
πραγματοποίησαν
τουλάχιστον μία
συναλλαγή κατά τον
Ιούνιο. Το γεγονός αυτό
εξηγεί γιατί η άνοδος
παραμένει ιδιαίτερα
επιλεκτική και δεν αφορά
το σύνολο του ταμπλό.
Ειδικά στον χώρο της
μικρής και μεσαίας
κεφαλαιοποίησης, το
ενδιαφέρον εξακολουθεί
να είναι περιορισμένο.
Αν και κατά διαστήματα
εμφανίζονται μεμονωμένες
περιπτώσεις έντονης
ανόδου, όπως η ΣΙΔΜΑ, η
Τζιρακιάν, η Πλαστικά
Θράκης ή η ΕΥΑΘ, η
γενική εικόνα δείχνει
ότι η έλλειψη εγχώριας
επενδυτικής βάσης δεν
επιτρέπει στις
περισσότερες
μικρομεσαίες εταιρείες
να αποτιμηθούν
υψηλότερα, ακόμη και
όταν εμφανίζουν
ελκυστικά θεμελιώδη
μεγέθη. Αντίθετα,
αρκετές εταιρείες με
χαμηλές αποτιμήσεις,
όπως η Autohellas,
η Noval,
η Intracom,
η Interlife,
η Μοτοδυναμική και η
Πετρόπουλος, συνεχίζουν
να κινούνται υποτονικά.
Ένας ακόμη παράγοντας
που στηρίζει την
ελληνική αγορά είναι η
σημαντική αποκλιμάκωση
του πολιτικού κινδύνου
στις αξιολογήσεις των
ξένων επενδυτών. Οι
περισσότεροι
διαχειριστές θεωρούν ότι
το πολιτικό σκηνικό θα
επανέλθει στο επίκεντρο
μόνο όσο πλησιάζουν οι
επόμενες εθνικές
εκλογές. Μέχρι τότε, το
ενδιαφέρον παραμένει
στραμμένο κυρίως στις
εταιρικές επιδόσεις,
στις επενδύσεις και στις
προοπτικές κερδοφορίας.
Οι περισσότεροι διεθνείς
οίκοι εξακολουθούν,
επίσης, να εκτιμούν ότι
οι ελληνικές μετοχές
διαπραγματεύονται με
έκπτωση της τάξης του
10%-15% σε σχέση με τις
υπόλοιπες ανεπτυγμένες
ευρωπαϊκές αγορές,
στοιχείο που εξακολουθεί
να λειτουργεί ως
σημαντικό επενδυτικό
πλεονέκτημα.
Το επόμενο σημαντικό
ορόσημο για την αγορά
τοποθετείται πλέον στον
Σεπτέμβριο, όταν
αναμένονται οι
ανακατατάξεις στους
μεγάλους διεθνείς
δείκτες FTSE
Russell
και STOXX.
Οι κινήσεις αυτές
εκτιμάται ότι θα
μπορούσαν να οδηγήσουν
σε νέες εισροές
κεφαλαίων και να
ενισχύσουν περαιτέρω τη
διεθνή προβολή του
ελληνικού
χρηματιστηρίου, αρκετούς
μήνες πριν από την
αναμενόμενη
επαναταξινόμηση της
Ελλάδας από τον
MSCI
το 2027.
|