|
Σύμφωνα με τους ίδιους,
το ψηφιακό ευρώ δεν
αποτελεί απλώς μια
τεχνολογική καινοτομία,
αλλά και ένα στρατηγικό
βήμα για την ενίσχυση
της ευρωπαϊκής
αυτονομίας στο
χρηματοπιστωτικό
σύστημα. Σε μια περίοδο
αυξημένων γεωπολιτικών
εντάσεων, η Ευρώπη
επιδιώκει να μειώσει την
εξάρτησή της από ξένες
πλατφόρμες πληρωμών και
διεθνείς τεχνολογικούς
κολοσσούς.
Για να εξηγήσουν τη
σημασία της
πρωτοβουλίας, οι δύο
αξιωματούχοι
παρομοιάζουν το ψηφιακό
ευρώ με την καθιέρωση
του προτύπου USB-C
στις ηλεκτρονικές
συσκευές. Όπως η κοινή
θύρα φόρτισης απλοποίησε
τη συμβατότητα μεταξύ
διαφορετικών συσκευών,
έτσι και το ψηφιακό ευρώ
φιλοδοξεί να
δημιουργήσει ένα ενιαίο
και κοινό σύστημα
πληρωμών για ολόκληρη
την Ευρώπη.
Η εφαρμογή του
εγχειρήματος απαιτεί
σημαντικές επενδύσεις
από το τραπεζικό
σύστημα. Εκτιμήσεις της
ΕΚΤ ανεβάζουν το
συνολικό κόστος
προσαρμογής για τις
τράπεζες μεταξύ 4 και
5,8 δισ. ευρώ σε
ορίζοντα τετραετίας. Σε
ετήσια βάση, αυτό
μεταφράζεται σε ένα
ποσοστό περίπου 3,4% των
προϋπολογισμών που
διαθέτουν οι μεγάλες
τράπεζες για
τεχνολογικές
αναβαθμίσεις.
Παρά το υψηλό αρχικό
κόστος, οι συντάκτες του
άρθρου υποστηρίζουν ότι
τα οφέλη ενδέχεται να
είναι μεγαλύτερα
μακροπρόθεσμα. Όπως
σημειώνουν, οι
ευρωπαϊκές τράπεζες
χάνουν ήδη σημαντικά
έσοδα από προμήθειες
προς διεθνή δίκτυα
καρτών και μεγάλες
τεχνολογικές πλατφόρμες
πληρωμών. Παράλληλα, η
εξάπλωση των
stablecoins
και άλλων ψηφιακών
νομισμάτων δημιουργεί
νέες πιέσεις, καθώς
μπορεί να αποσπάσει τόσο
έσοδα όσο και καταθέσεις
από το παραδοσιακό
τραπεζικό σύστημα.
Το μοντέλο που
προτείνεται για το
ψηφιακό ευρώ προβλέπει
ότι οι τράπεζες και οι
πάροχοι πληρωμών θα
συνεχίσουν να έχουν
κεντρικό ρόλο στη σχέση
με τον πελάτη. Οι
πολίτες δεν θα αποκτούν
λογαριασμούς απευθείας
στην ΕΚΤ, αλλά θα
χρησιμοποιούν εφαρμογές
και ψηφιακά πορτοφόλια
μέσω των τραπεζών τους ή
άλλων πιστοποιημένων
παρόχων.
Με αυτόν τον σχεδιασμό,
η ΕΚΤ επιδιώκει να
αποφύγει τον κίνδυνο
αποδυνάμωσης των
εμπορικών τραπεζών. Για
τον ίδιο λόγο
εξετάζονται και
περιορισμοί στη χρήση
του ψηφιακού ευρώ, ώστε
να λειτουργεί κυρίως ως
μέσο συναλλαγών και όχι
ως εργαλείο αποταμίευσης
μεγάλης κλίμακας. Στόχος
είναι να αποτραπεί ένα
ενδεχόμενο μαζικής
μεταφοράς καταθέσεων από
τις εμπορικές τράπεζες
προς ένα ψηφιακό νόμισμα
της κεντρικής τράπεζας.
Παράλληλα, οι εκπρόσωποι
της ΕΚΤ επιχειρούν να
απαντήσουν και στις
ανησυχίες ότι η κεντρική
τράπεζα θα μπορούσε να
εξελιχθεί σε έναν άμεσο
πάροχο τραπεζικών
υπηρεσιών προς τους
πολίτες. Όπως
διευκρινίζουν, ο ρόλος
της θα περιορίζεται στην
έκδοση του ψηφιακού
χρήματος και στη
λειτουργία της σχετικής
υποδομής, ενώ οι
υπηρεσίες λιανικής
τραπεζικής θα συνεχίσουν
να παρέχονται από τον
ιδιωτικό τομέα.
Έτσι, το ψηφιακό ευρώ
παρουσιάζεται ως μια
προσπάθεια
εκσυγχρονισμού των
ευρωπαϊκών πληρωμών, με
στόχο την τεχνολογική
αναβάθμιση, τη
μεγαλύτερη ανεξαρτησία
της Ευρώπης στο
χρηματοπιστωτικό πεδίο
και τη διατήρηση της
ισορροπίας ανάμεσα στον
δημόσιο και τον ιδιωτικό
τραπεζικό τομέα.
|